Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017


Αποτέλεσμα εικόνας για slovakia cartoon


Συγγραφέας: Δυστυχώς η ζωή, εντάξει και με λίγη βοήθεια απ' τον κύριο Φώντα
Επιμέλεια: Ο αγαπητός Αλέξανδρος Οικονομίδης, που ήταν και πολύ καλή παρέα στο ταξίδι.
Καταστροφή Επιμέλειας: Blogger-Blogspot, όπως θέλετε πείτε το
Trigger warnings: Αναφορές σε βία, ναρκωτικά, φασισμό κλπ








Μέρος Δεύτερο (Το καλύτερο): http://successfulattempt.blogspot.gr/2017/03/blog-post_13.html

Ε, καλά τώρα ρε γατί, τι τα θες, περίεργες ιστορίες. Με λένε Διονύση Ρακόπουλο. Τρέχω από το 1989 σε αυτόν τον πλανήτη ή έστω, ελλείψει χρημάτων, σε αυτή την βρωμοχώρα. Τύπωσα κάτι ποιητικές συλλογές, ένα διήγημα και ελπίζω να γίνει κάτι και με αυτό το μυθιστόρημα που έχω στο συρτάρι. Ναι, εκείνο το «Η Αλίκη στην χώρα των ανιάτων» που έγραψα όταν έπινα ακόμα εκείνες τις σκόνες που πήραμε ως αμοιβή για τη δουλειά κάναμε για την αφεντικίνα και το μπράβο της. Κόντεψαν να σκοτώσουν προς το τέλος εμάς, όμως, αυτές οι μαλακίες. Αμοιβή σου λέει μετά. Μη με παρεξηγείς, ρε γατί. Στηρίζω όσο ο οποιοσδήποτε το να σταματήσει η παράνοια του να τραβάς ανήλικα στην ασφάλεια για κατοχή, αλλά προτιμώ επίσης να βλέπω τους θανάτους από OD στην τηλεόραση και στα βιβλία για το προσεχές μέλλον, παρά να πηγαίνω σε κηδείες φίλων. Στο άμεσο παρόν, διακοπές. Αφήνω πίσω τα τραβήγματα στα νοσοκομεία, σε ογκολόγους και ψυχιάτρους και εμπρός για τη μαγευτική Σλοβακία, όπου θα μας φιλοξενήσει ο φίλος Αβραάμ. Καλό παιδί, πάντα λίγο περίεργος, με κάτι “ιδιαίτερες” εθνικιστικές εμμονές, αρρωστοφοβίες καθώς και μια κάποια έντονη τσιγκουνιά. Μπορώ να πω πάντως πως τα χρόνια του στην ΚΝΕ τον συμμάζεψαν και όταν πια μετακόμισε μόνιμα στην Μπρατισλάβα με την κοπέλα του, μας κάλεσε, εμένα και έναν φίλο μου, τον Σοφοκλή, να τον επισκεφτούμε. Στην υγεία μου είμαι σχεδόν καλά πλέον, καθαρός σαν δωμάτιο περασμένο με χλωρίνη. Φθηνή χλωρίνη…

***
Τουρτούριζα σαν καμήλα της Αφρικής κλεισμένη σε ζωολογικό κήπο της Σιβηρίας, κι ας είχανε βάλει αυτοί οι μαλάκες της Ryanair στο τέρμα τη θέρμανση. Χα! Ας έκαναν κι αλλιώς. Δε φτάνει που μας είχαν χρεώσει πενήντα ευρώ παραπάνω, επειδή η  βαλίτσα του φίλου μου ξεπερνούσε κατά τρία ολόκληρα κιλά το επιτρεπτό όριο, φαντάζεσαι να μας άφηναν και στο κρύο; Αν και τώρα που το σκέφτομαι, τέτοιοι γύφτοι που είναι, ικανούς τους έχω να σου χρεώσουν ξεχωριστά κάθε κιλoskato –ή όπως λέγεται η μονάδα της θερμότητας στη φυσική, που καίνε κατά τη διάρκεια της πτήσης. Μα την Παναγία, όταν ο καπιταλισμός καταστρέψει πάνω στην μανιοκαταθλιπτική απληστία του, την οποία αποκαλεί «μπιζνες», και τον υπόλοιπο πλανήτη, προβλέπω δύο πράγματα: Πρώτον ότι η Ryanair θα συνεχίσει να υπάρχει και δεύτερον, ότι κατά τη διάρκεια πτήσης θα σε ενημερώνουν από το μικρόφωνο, μήπως τώρα που πετάς για τη διπλανή ήπειρο θες κάνα νέο συκωτάκι που πήραμε σε τιμή ευκαιρίας από μια φυλακή ανηλίκων στο Μεξικό. Και θα περνάει το καροτσάκι με τα νεφρά, τα συκώτια, τις καρδιές, κάποιοι λίγοι θα παραγγέλνουν και οι περισσότεροι θα σχολιάζουν αποδοκιμαστικά:

«Too expensive!»

Τέλος πάντων είχα νεύρα παρόλο που πήγαινα μαζί με τον ελληνοτούρκο φίλο μου, Σοφοκλής Μοσχάρ στο όνομα και ένδοξο μέλος (δηλαδή πρώην) του εργατικού κόμματος Τουρκίας, μια βδομάδα διακοπές στη Σλοβακία με σκοπό να την αράξω στον καναπέ του φίλου που είχα σε αυτά τα μέρη, του Αβραάμ. Από εκεί και πέρα μόνο
YOLO, δηλαδή ξεκούραση και προσευχή. Είχαμε δρόμο ακόμα μπροστά μας όμως και για την ώρα έτρεμα από το κρύο μεν, έσταζα απ’ τον ιδρώτα δε. Σκατά φάση, αλλά τις προηγούμενες μέρες ήμουν πολύ χειρότερα, η τωρινή ταλαιπωρία δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα είχα περάσει τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα. 

«Εξκσιούζ μι σερ αρ γιου οκέι?»

Γυρίζω και βλέπω ένα παιδάκι, δηλαδή κάπου στα δεκαεννιά, ξανθούλης, λευκός σαν το γάλα να μου γνέφει. Τι θέλει τώρα αυτή η μικρή πουστρίτσα; Του κατέσχεσαν το στραπ-ον στον έλεγχο; Είμαι πάντα πρόθυμος να κράξω τα φασιστικά σκουπίδια που δουλεύουν στα αεροδρόμια, αλλά το "Ελευθέριος Βενιζέλος" είναι αρκετά καλό δικέ μου, κάποια μαλακία θα έκανες κι εσύ. Το πιτσιρίκι όμως συνεχίζει.

«Αρ γιου σικ?»

Τι να του πεις τώρα. Του πετάω την ίδια δικαιολογία που λέω σε όλους και που συνήθως πιάνει, μην στεναχωριέστε καλέ μου ξανθομπάμπουρα, είμαι άρρωστος, τίποτα σοβαρό, κάτι υπολείμματα γρίπης, άντε στο καλό τώρα. 

Χαμογελάει ειρωνικά και καλόκαρδα. Μάλιστα. Μου δείχνει τα χέρια του. Για δες, γυμνασμένος και υγιής αλλά έχεις κάψει κάνα δυο φλεβίτσες γλύκα, περίεργος συνδυασμός. Όπως και να έχει, η ξανθιά λουλού από εδώ κατάλαβε ότι του λέω μαλακίες για τη γρίπη και ψιλοπιάνουμε κουβέντα. Προσφέρεται να αλλάξει θέσεις με έναν άλλο για να κάτσουμε ακριβώς δίπλα, χωρίς τρίτο άτομο ανάμεσα μας και για κάποιο λόγο συμφωνώ.  Καθόμαστε. Συνήθως είναι η ώρα που βγαίνουν τσιγάρα, καφές, μπύρα αλλά τώρα αρκούμαστε σε λίγο νεράκι.

«Σο γκρικ»
«Γιές, γιού?»
«Γκιές»
«Τζέρμαν?»
«Ναχ, Αμ φρομ Μπέλτζιουμ»
«Κλόουζ ιναφ»

Συστηνόμαστε και τα ρέστα. Έχουμε κόψει και οι δύο την ηρωίνη, απλά αυτός χρόνια εγώ ούτε δέκα μέρες. Βέβαια, αυτός έπαιρνε και για χρόνια εγώ σαν υπεύθυνο άτομο που είμαι μόνο κάτι μήνες. Ανταλλάσουμε εμπειρίες και ιστοριούλες. Δεν μπορώ να καταλάβω πως στο εξωτερικό ξεκινάνε τόσο βαριά ναρκωτικά από τα δεκατέσσερα τους, τι πάει στραβά; Αφού λεφτά έχουν. Ντρέπομαι να τον ρωτήσω, δε θα κάνουμε και ψυχανάλυση ο ένας στον άλλο.

Η γνώμη μου για τα ναρκωτικά πλέον; Φαντάζομαι ήταν αναπόφευκτο να πάει εκεί το θέμα. Δύσκολη ερώτηση, Βέλγε φίλε μου, κλίνω προς το, όσα λιγότερα προβλήματα έχεις, τόσο καλύτερα κι όλες αυτές οι μαλακίες, αμφεταμίνες, χάπια, σκόνες, πρέζες είναι προβλήματα, κόπος, έξοδα κλπ. Οι μπάτσοι σε πετάνε μέσα άμα σε πιάσουν με δαύτα, από μια ηλικία και έπειτα δεν υπάρχει κοινωνική ομάδα που δε θα σε ‘’σκουπίσει’’ στο περιθώριο άμα μάθει ότι είσαι χρήστης κι όσα λεφτά κι αν έχεις, συνήθως τελειώνουν γρήγορα. Α, επίσης, παίζει να τρελαθείς και να πεθάνεις. Άφησε το καλύτερα. Εκτός αν είσαι γκόμενα, οι γκόμενες αντέχουν λίγο παραπάνω, αλλά εμφανισιακά τις παίρνει η κάτω βόλτα πιο βαριά από τα αρσενικά. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι με τα κύτταρα. Πραγματικά δεν έχω ιδέα.


«Γιού ντου μεθ?» με ρωταει ο Βέλγος. Χαμογελάω γιατί, όχι μόνο «άι ντου», αλλά και «άι χαβ». Ε, ποιος είπε ότι το ‘’Ελευθέριος Βενιζέλος’’ έχει και τον καλύτερο έλεγχο του κόσμου;

«Γιου γουόντ?» προσφέρομαι να του δώσω και μόνο που δε με φιλάει. Είχα κρατήσει μια ελαχιστότατη δόση από αυτή τη σκόνη, μπας και την κάναμε με τον Σοφοκλή ή μήπως με βάραγαν άσχημα τα στερητικά της πρέζας. Αλλά αντέχω μια χαρά και ο Σοφοκλής είναι πιο αντι-ντραγκ κι από γονιό που βλέπει το παιδί του να πεθαίνει από ηρωίνη (εξαιρείται η Γώγου), άσε που το αλκοόλ ρέει φθηνό και άφθονο στη Σλοβακία και δε θα χρειαστούμε αυτά τα σκατα, μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα είναι άλλωστε, δεν θα μας βασανίζουν κι απ’ το πρωί ως το βράδυ.


Βγάζω κάτι από το μποξεράκι μου και το δίνω στον Βέλγο, πρέπει να τον έπιασε κατούρημα από το νερό γιατί πηγαίνει τρέχοντας στο μπάνιο. Η ώρα η καλή, παλικάρι μου. Hard times, hard highs έλεγαν στο χωριό μου.  Κωλοπαίχνιδο η ζωή και κάτι μου λέει η πως ο διαταραγμένος σεξουαλικά ευρωπαίος από εδώ δεν την πίνει από τη μύτη τη σκόνη που την έδωσα, αλλά όλο και καμιά σύριγγα έχει κουβαλήσει, ως απαραίτητο ιατρικό εξοπλισμό φυσικά, μες το αεροπλάνο. Πλάκα θα είχε να πέσουμε σε κάνα κενό αέρος την ώρα που προσπαθεί να βρει φλέβα. Φυσικά όλα αυτά είναι δικές μου υποψίες, υποψίες ενός αποτυχημένου από τα mid 20s  του συγγραφέα. 


Όπως και να έχει όμως, όλους εμάς ο πανάγαθος θεούλης στο τέλος θα μας βάλει στα δεξιά του. Είμαστε με τους καλούς εμείς, και δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.


***

Καθόλου λίγη ώρα μετά, δεν είμαστε ούτε στην Μπρατισλάβα, ούτε καν στην Σλοβακία.  Έχουμε προσγειωθεί στη μαγευτική Βουδαπέστη. Ο Βέλγος παραδίπλα μου χτυπιέται σαν νευρόσπαστο χταπόδι μόνος του και ουρλιάζει ότι ο λαιμός του έχει ξεραθεί (το παθαίνεις όντως αυτό απ’ τα διεγερτικά). Έτσι κι εγώ, που δεν αντέχω το φρικτό θέαμα, σηκώνομαι και πάω να βρω τον Σοφοκλή που κάθεται πολλές θέσεις μακριά μου. Ευτυχώς, είχε την ίδια ιδέα με μένα και συναντιόμαστε στα μισά του δρόμου.

«Χέι!», του λέω, προσπαθώντας να περάσω για Άγγλος αλλά με έχουν προδώσει ήδη πάρα πολλά στοιχεία. «Έχεις σήμα να πάρουμε τον Αβραάμ να του πούμε ότι θα αργήσουμε;»
«Ναι, τον πήρα ήδη μη σκας, θα μας περιμένει λέει, η καθυστέρηση είναι λόγω χιονόπτωσης».
Πφ. Φυσικά. Όλα σε εμάς. Μην πάει κάτι καλά.  Αναστενάζω εμφατικά.
«Τουλάχιστον έχει καλά μουνάκια το αεροπλάνο».
«Ελπίζω να συνεχίσει έτσι και στη χώρα» μου λέει μισο χιουμοριστικά-μισο σκεπτικιστικά ο Σοφοκλής και επιστρέφει ο καθένας στη θέση του.

***
Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος! Το σπίτι του Αβραάμ είναι ΤΕΛΕΙΟ. Εντάξει, σίγουρα δεν το λες τεράστιο, αλλά είναι μια χαρά! Ήρθαμε αμέσως μόλις κατάφεραν να καθαρίσουν το αεροδρόμιο από το χιόνι. 

Είναι ένα άνετο διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία στα προάστια της Μπρατισλάβας. Η είσοδος του είναι ένας μικρός διαδρομάκος, στον οποίο με το ζόρι χωράει έστω και μισός άνθρωπος. Η κοπέλα του Αβραάμ, η Μάγδα, είναι κάπως εύσωμη και καθώς λογίζεται για τουλάχιστον δύο ανθρώπους, είναι θαύμα πως περνάει. Τέλος πάντων, σε αυτόν το διάδρομο είναι η παπουτσοθήκη, εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου, μόνο που δε χωράγαμε να το κάνουμε όλοι μαζί και κατά λάθος έδωσα μια γερή αγκωνιά στον καημένο τον Σοφοκλή. Πιστεύω ότι θα μπορούσαν να μας επιτρέψουν να περάσουμε έστω πέντε ή τέσσερα βήματα προς το σαλόνι και να βγάλουμε εκεί τα παπούτσια.



Τέλος πάντων, το σαλόνι και το υπνοδωμάτιο είναι τα μεγάλα δωμάτια του σπιτιού, μοντέρνα και άνετα. Το σαλόνι διακοσμούν φωτογραφίες του ζευγαριού, δηλαδή του Αβραάμ Καριερόγλωσσου, του Ελληνοτσέχου φίλου μας που αναζήτησε και βρήκε μια καλύτερη τύχη στην μαγευτική Σλοβακία και της Μάγδας Στράσερ, που είναι μια τεράστια κοπέλα με πολύ ωραίο κόκκινο μαλλί, με μια μεγάλη ναζιστική νεκροκεφαλή στο μπράτσο, υπέροχα ανοιχτά πράσινα μάτια, γενικά καθαρό πρόσωπο με αρκετά piercings, και μάλλον κλασσικό goth ντύσιμο. Πέρα από τις φωτογραφίες του ζευγαριού σε διάφορες κωμικές πόζες, στο σαλόνι βρίσκεις μια τηλεόραση, εθνικιστικά βιβλία του Έβολα και άλλων φασιστών, Ιταλών κυρίως, μερικά σπαθιά και μινιατούρες στρατιωτών, καθώς και ένα μπολ σοκολατάκια, στα οποία προφανώς ορμάω γιατί είμαι νηστικός από το πρωί και πεινάω σαν καταπιεσμένη σεξουαλικά μειονότητα.



«ΣΤΟΠ», μου αρπάζει το χέρι ο Αβραάμ και με σταματάει πριν φτάσω στον στόχο. «Απλά πείναγα», κλαψουρίζω, αλλά η περιέργεια σύντομα νικά όλα τα υπόλοιπα και επιβάλλεται. «Γιατί να μη φάω καλέ μου Αβραάμ, είναι χαλασμένα;», τον ρωτάω ήρεμα. Ο Αβραάμ, ο οποίος ακόμα δεν μου έχει αφήσει το χέρι, γουρλώνει τα μάτια του και με κοιτάει επίμονα πριν αρχίσει να εξηγεί. «Αρχικά, εδώ μέσα θα τρώτε όταν σας το λέμε εμείς και δεύτερον, αυτό το μπολ είναι καταραμένο, όταν κάποιος τρώει από αυτό, κάτι εξαφανίζεται από το σπίτι, μην τυχόν και το καταπιείς λαίμαργε κοιλαρά!», μου λέει και μου αφήνει επιτέλους το χέρι που έχει αρχίσει να αποκτά μια όμορφη μπλε απόχρωση σε μερικά σημεία του. Πιάνω το στομάχι μου. Ναι, έχω βάλει κάτι κιλάκια, αλλά όχι τόσα που να θέλω άδεια για να φάω ή για να επικαλείται ο κόσμος φαντάσματα. Την σκέψη μου διακόπτουν τα λόγια του Αβραάμ ο οποίος απευθύνεται στον Σοφοκλή:


«Ότι είπα ισχύει και για σένα φυσικά, άλλωστε δε χρειάζεται να τρως και πολύ, πώς θα βρεις κοπέλα άμα τρως; Χάρη σου κάνω».
«Σωστά-σωστά» λέει ο Σοφοκλής σε μια από τις τακτικές συμφωνίες που κάνεις με τον Αβραάμ, ελπίζοντας όλα να πάνε καλά σε βάθος χρόνου. Κοιταζόμαστε. Έχουμε κι οι δύο τα φρύδια σηκωμένα.

Αργότερα, βέβαια, όλα έχουν ηρεμήσει. Παραγγέλνουμε πίτσες –που δεν παχαίνουν για κάποιο λόγο- σε σχήμα σβάστικας και τρώμε από μια άκρη ο καθένας. Κάνουμε, μάλιστα, πλακίτσα ότι κάθε κομμάτι είναι ένα Ράιχ , εμένα μου τυχαίνει το τέταρτο της Μέρκελ, προσπαθώ να το βρω αστείο πίνοντας μερικές μπύρες παραπάνω και τελικώς πέφτω για ύπνο στον καναπέ. Ο Σοφοκλής ακολουθεί το παράδειγμα μου λίγη ώρα αργότερα, αφού καταφέρει να φουσκώσει το στρώμα του. Το ράιχ του ήταν αυτό που ξεχνάνε οι περισσότεροι. Της γερμανικής αγίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
***

Ημέρα δεύτερη. Ξυπνάω πιο νωρίς από τον Σοφοκλή, αλλά όχι πιο νωρίς από τον Αβραάμ και την Μάγδα και χάνω την ευκαιρία μου να τους φτιάξω κρέπες σοκολάτα για έκπληξη. Πφ. Δεν απογοητεύομαι όμως, πάω στο σημείο που θα έπρεπε να είναι τα κλειδιά και αντί για τα κλειδιά, παίρνω αυτό που μου δίνει συνήθως η ζωή. Βρίσκω λοιπόν στη θέση των κλειδιών ένα σημείωμα που γράφει:

Αγαπητέ Διονύση και Σοφοκλή
Όπως γνωρίζετε, δεν είμαι πλέον φοιτητής και έχω ανοίξει σπιτικό
Δεν μπορώ, λοιπόν, να δίνω τα κλειδιά μου στον κάθε τυχαίο.
Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να σας δώσω τα κλειδιά.
Όταν τελειώσει η Μάγδα απ’ τη δουλειά θα έρθει να σας ανοίξει.
Μέχρι τότε, επειδή δε θα έχετε και πολλά να κάνετε, σας παρακαλώ πολύ,
συμμαζέψτε λίγο το σπίτι, άλλωστε κι εγώ σας φιλοξενώ εδώ, πρέπει κάπως να συνεισφέρετε.
Αβραάμ

«Μάλιστα», σχολίασα, κάπως πιο δυνατά απ’ ότι έπρεπε μάλλον γιατί ο Σοφοκλής, που λαγοκοιμότανε μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξύπνησε τελείως. Αφού πέταξε ένα δυνατό χασμουρητό μες τη μούρη μου και τεντώθηκε σαν βασιλιάς, με καλημέρισε
«Γκιουνάιντεν, τι κρατάς εκεί;»
«
Aπ’ ότι φαίνεται έχουμε γράμμα»
«Μπορεί να είναι κάποια που πήδαγες καλά και θέλει να την ξαναπηδήξεις ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ», ξέσπασε ο καλός μου φίλος σε ειρωνικά και δυστυχώς ειλικρινή γέλια.
«Αυτό ήταν το αστείο με το οποίο αρχίζεις καλά τη μέρα σου και χαλάς τη δικιά μου;»
«Ξέρεις τι λένε για τη μύγα και όποιον την έχει, ε;»
«Ωραία άκου τώρα για μια άλλη μύγα, να χαλάσει κι η δικιά σου η μέρα, δεν έχουμε κλειδιά, θα μείνουμε όλη μέρα σπίτι, επίσης θα κάνουμε όλες τις δουλειές του σπιτιού, ετοιμάσου».
«Διαταγή του…»
«…αφεντικού ναι».

Αλλά φυσικά δεν θα κάναμε και πολλά πράγματα χωρίς να φάμε κάτι και να πιούμε κάνα καφέ. Πρώτη στάση στην κουζίνα. Εκεί μας περίμενε μια μικρή έκπληξη.

«Τι εννοείς δεν έχει καφέ;»
«Δεν κατάλαβες, όχι απλά καφέ, δεν έχει τίποτα γενικά, τα πράγματα που φάγαμε χθες, τα παραγγείλαμε, το σπίτι τώρα που μιλάμε δεν έχει τίποτα που να πίνεται ή να τρώγεται, τουλάχιστον όχι στην κουζίνα»
«Και οι πιθανότητες να έχουν καφέ στην κρεβατοκάμαρα κρυμμένο μην τυχόν και γίνει κατοχή είναι…»
«…μηδενικές γιατί αν γίνει κατοχή αυτοί θα είναι οι κατακτητές».
«Ωραία», είπα αποφασιστικά και σταύρωσα τα χέρια μου, «Δεν έχουμε δηλαδή ούτε καφέ ούτε τίποτα να πιούμε ή να φάμε και το σπίτι είναι κλειδωμένο άρα δεν μπορούμε να αγοράσουμε ή να παραγγείλουμε, σωστά;»
«Έχει κάτι ξεραμένες γαλέτες, ρε φίλε, αλλά έχουν πέσει πάνω τους τώρα τρεις κατσαρίδες και νομίζω είναι οικογένεια, ας τις αφήσουμε».
«Καλώς», είπα πάλι, «Πάμε στα σοκολατάκια»
«Μα ο Αβραάμ είπε»
«ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΣ Ο ΤΥΠΟΣ, ΡΕ», φώναξα, «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΜΕ ΚΑΤΙ, ΠΡΙΝ ΔΟΥΛΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ ΤΟΥ ΓΑΜΩΤΟ»
«Ναι, εντάξει-εντάξει, ας φάμε» συμφώνησε κι ο Σοφοκλής.

Μοιραστήκαμε μισά-μισά τα σοκολατάκια κι ήπιαμε μπόλικο νερό. Μετά, καθαρίσαμε όλο το σπίτι κι ότι είχε μείνει από χθες, λίγα πράγματα δηλαδή. Τέλος, χαζέψαμε στο internet.
«Για να δούμε τι σελίδες έχει ψάξει…. μμμ Μουσολίνι, Χίτλερ, Έβολα, δεν-είμαι-εγώ-ρατσιστής-αυτοί-είναι-μαύροι, να-φύγουν, Τραμπ-ολε, Μαύρος Κρίνος μια-είναι-η-λύση-για-τη-Μακεδονία… Α ναι, φυσιολογικά πράγματα για τον Αβραάμ»
«Ρε τελικά πιστεύεις όντως ότι είναι φασίστας;»
«Όχι μωρέ, για πλάκα τα λέει, πιο πολύ λεφτά θέλει να βγάζει, θα έκανε τα πάντα για να τα προστατέψει βέβαια, αλλά εντάξει, μέχρι εκεί»
«Μάλιστα»
«Σκατά ε;»
«Χάλια»

Ήπιαμε κι άλλο νερό.

***

Αργότερα γύρισε στο σπίτι η κοπέλα του Αβραάμ , όταν πια τέλειωσε τη δουλειά της (που είναι να κάνει τατουάζ) και μας έβγαλε έξω να κατουρήσουμε να πάμε βόλτα όλοι μαζί. Καθίσαμε σε μια αυθεντική, σλοβάκικη παμπ, που θύμιζε κάτι από Εξάρχεια, χωρίς να χάνει όμως το ιδιαίτερο στυλ της. Ο περισσότερος κόσμος που ερχόταν εκεί ήταν της εργατικής τάξης και μια μικρή μόνο μειοψηφία ήταν φοιτητές. Ακόμα κι οι ίδιοι οι σερβιτόροι και το λοιπό προσωπικό του μαγαζιού είχαν, όπως μάθαμε αργότερα, δύσκολο παρελθόν. Ο ένας ήταν νταβατζής στη Σερβία, ο άλλος το είχε σκάσει μετά από διπλή δολοφονία στη Ρουμανία και ο πιο φλώρος απ’ όλους ήταν παλιά άστεγος. Πάντως το μαγαζί ήταν καλό, εντάξει ως προς τις τιμές του και ακόμα κι εμάς που, ως Έλληνες, φοιτητές και ομιλούντες την αγγλική ήμασταν οι κατ’ εξοχήν υποψήφιοι για θύματα κακοποιητικής συμπεριφοράς (ή μπούλινγκ, όπως θέλετε πείτε το) μας φέρθηκαν άψογα. 

«Αι γουίλ χαβ ε κόφι πλιζ», είπα
«Ίβεν γούμεν ντρινκ άλκοχολ ατ δις άουρ», μου απαντάει ο πρώην εκπορνευτής θηλυκών (και νυν μπάρμαν). Κοιτάω κι εγώ το ρολόι μου, τρεις παρά κάτι, μάλιστα, εντάξει λοιπόν
«Σο, ε νταμπλ κόφι εντ ε κόκα-κόλα λάιτ»
«Όκει», είπε, προς μεγάλη μου έκπληξη. Εγώ περίμενα τουλάχιστον κάτι για το πόσο αδερφή είμαι, για το πόσο σίγουρος είναι ότι δεν έχω γκόμενα και το πόσο μικρό είναι το πουλί μου (καλά δεν ισχυρίζομαι ότι δεν ισχύουν και τα τρία, αλλά εντάξει). Παίρνω τον διπλό καφέ και την κόκα κόλα και κάθομαι με τους υπόλοιπους. Στο μεταξύ στην παρέα έχουν προστεθεί ένα νεαρό παλικαράκι, αρκετά γλυκούλης και μια κοπέλα, αρκετά χάλια.
«Χελόου έβριμποντι», λέω και κάνω αισθητή την παρουσία μου ή έστω προσπαθώ.

(Στην παρέα είναι και μια κοκκινομάλλα, με τατουάζ και άλλα στοιχεία που μου αρέσουν αλλά είναι τόσο λιώμα, που τα επόμενα δευτερόλεπτα σωριάζεται κάτω και τη μαζεύουν, δε μαθαίνουμε τίποτα παραπάνω για αυτήν)


Η Μάγδα με συστήνει σε όλους, ευτυχώς μιλάει αυτή για μένα και τον Σοφοκλή, γιατί δεν αισθάνομαι και πολύ κοινωνικός, άσε που είμαι πολύ πιασμένος από τον ύπνο στον καναπέ. Στο μεταξύ, όμως, πιάνω και κάτι περίεργα για «Συντρόφους απ’ την Ελλάδα» και «Η μεγάλη εθνική επανάσταση» που λένε στα αγγλικά για να μην νιώθουμε απομονωμένοι. Τέλος πάντων, δεν σχολιάζω, παίρνω την κοκα κόλα μου και κάθομαι δίπλα στον γλυκούλη. Σλοβάκος πρέπει να είναι. 
Συστηνόμαστε και πιάνουμε κουβέντα χωρίς μεσάζοντες. Τον λένε Κοστάκ, είναι πράγματι από εδώ και δείχνει καλό παιδί, φίλος της Μάγδας, δουλεύει στην ίδια εταιρεία με τον Αβραάμ αλλά σε πολύ κατώτερη θέση, μου το εξηγεί με απλά λόγια.


«Αι τέικ 500 γιούρο, Αβραάμ τέικς 2000»
«Δατς οκέι, ιφ γιού ντοντ λάικ ιτ , γιου καν τζόιν δε κόμμουνιστ πάρτι» του λέω συνοψίζοντας με απλά λόγια την ταξική πάλη τους τελευταίους αιώνες.

Και έτσι πιάνουμε κουβέντα για την πολιτική. Όλη η παρέα εδώ είναι οργανωμένη σε ένα κόμμα, που λέγεται «Η ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΜΑΣ». Λέω μουλωχτά στον Σοφοκλή να το ψάξει στο ιντερνέτ του κινητού του και αποδεικνύεται πως πρόκειται για ένα νεοναζιστικό κόμμα. Το παιδάκι από εδώ, ο Κοστάκ, μου λέει ότι ήθελε να φύγει, γιατί ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά τον έσπασαν στο ξύλο. Μας εξηγεί πως ο ίδιος ο Αβραάμ του είπε «Και να είσαι, να το κρύψεις, όπως κάνει κάθε σωστός πολεμιστής στο κόμμα μας!» 

«Πολύ βαρύ αυτό δε το πιστεύω για το φίλο μου», τον διακόπτω ενοχλημένος γιατί υπάρχει και ένα όριο σε μερικά πράγματα που μπορώ να δεχτώ. Στο μεταξύ, η Μάγδα έχει στήσει αυτί και έχει πάρει χαμπάρι τι συζητάμε, προτείνει λοιπόν να πάμε να βρούμε τον Αβραάμ που στο μεταξύ έχει σχολάσει.


«Γιατί όχι», λέμε εμείς και προφανώς το παλικάρι βρίσκει μια πρόφαση και την κάνει. Δεν τον ξανάδαμε στο υπόλοιπο ταξίδι μας. 


Προχωράμε μέσα στην χιονισμένη Μπρατισλάβα με την Μάγδα και τη φίλη της. Αχ, είναι πραγματικά υπέροχα, σκέτη μαγεία. Να μην φυσάει, να μην έχει καν κρύο αλλά, παρόλα αυτά, να υπάρχει παντού χιόνι κι ούτε ένας άστεγος πουθενά για να σε κάνει να νιώσεις τύψεις που το απολαμβάνεις. Εξηγώ το σκεπτικό μου στο Σοφοκλή. Συμφωνεί.


«Αυτό συμβαίνει, γιατί εδώ δουλεύουμε, δεν συζητάμε μόνο για την πολιτική με τα λεφτά της μάνας μας και του πατέρα μας», ακούμε μια γλυκιά φωνούλα από πίσω μας. Ναι, είναι ο Αβραάμ που μας άκουσε. Χαιρετιόμαστε και επιτέλους πάμε να φάμε. Εννοείται προτιμάμε τοπικό φαγητό κι ας κοστίζει κάτι παραπάνω. Για να μας μαγειρέψουν κάτι οι ίδιοι οι οικοδεσπότες μας ούτε λόγος, εδώ δεν είχαν καφέ.


Εκεί που τρώμε, λοιπόν, η φίλη της Μάγδας (η οποία για να καταλάβετε είναι ένας συνδυασμός της Ρόδης, της χοντρής που παντρεύεται για τα λεφτά της ο Φατσέας στο Καφέ της Χαράς ώστε να ξεκινήσει φυτείες με χασίς και της Ματίνας Μανταρινάκη από το Κωνσταντίνου και Ελένης) γουρλώνει τα μάτια της χωρίς κανένα προφανή λόγο και στρέφει το βλέμμα της πάνω μας. Σκέφτομαι «Κοίτα που έκοψα εγώ την πρέζα και την αρχίσανε όλοι οι άλλοι», αλλά η τύπισσα επιμένει και, μάλιστα, πετάει και μια φράση στα σλοβάκικα. «Αβραάμ, τι είπε η κοπέλα ρε;», τον ρωτάμε διακριτικά προσπαθώντας να αποφύγουμε το βλέμμα της τύπισσας που τελικά λεγόταν Νόνα. «Α, τίποτα», μας λέει ο Αβραάμ, «Απλά λέει ότι θέλει να τραβήξει μαλακία και στους δυο σας ταυτόχρονα». Ο Σοφοκλής κατεβάζει όλη την μπύρα του με τη μία κι εγώ κατεβάζω όλο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο από μέσα μου, μπας και ξορκίσω τον δαίμονα. «Αλλά μην ανησυχείτε», προσθέτει χαλαρά-χαλαρά ο Αβραάμ και παραγγέλνει την επόμενη μπύρα για τον Σοφοκλή, «Είναι ακίνδυνη, λίγο περίεργη μόνο». 


«Λοιπόν», λέω εγώ, «Όπως ξέρεις Αβραάμ, εγώ περνάω φάση που ασχολούμαι με διαλογισμό, θρησκεία και τέτοια δε με απασχολούν ταπεινά πράγματα όπως το σεξ και γενικότερα η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, καταλαβαίνεις φαντάζομαι»

«Το σέβομαι απόλυτα Διονύση»
«Άρα η κοπέλα ανήκει δικαιωματικά στον σύντροφο Σοφοκλή!»
«Σωστό! Στην υγειά μας!»

Και τσουγκρίσαμε όλοι στο όνομα του νέου ζεύγους. Ο Σοφοκλής έκλαιγε από μέσα του προφανώς και προς το τέλος του τσουγκρίσματος και λίγο απ’ έξω του, αλλά αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες πρωτεύουσες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μητερούλας των λαών, ή έστω των εργοδοτών τους. 


***

Μετά το φαγητό πήγαμε σε ένα μπαράκι όλοι μαζί. Πιάσαμε ένα καλό τραπέζι πλάι σε μια παρέα κοριτσάκια, σκέτα ποιήματα. Τα σάλια του Σοφοκλή είχαν φτάσει μέχρι το Δούναβη αλλά κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Βέβαια, ισχύει κι ο ιερός κανόνας που λέει ότι μια γυναίκα μόνη είναι ένα μικρό απροστάτευτο πιτσουνάκι, λίγο περισσότερες είναι περιστεράκια, ακόμα περισσότερες είναι αγριοπερίστερα και, στο μέγιστο βαθμό, σμήνος από άγρια αιμοσταγή κοράκια. Ω ναι, φίλοι μου. Κι εγώ θεωρώ ότι οι γυναίκες είναι πιο πολιτισμένες από τους άντρες, αλλά σας βεβαιώνω ότι, απέναντι μας, ίσως για λόγους εκδίκησης, μπορούν να αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερα τέρατα απ’ όσο θα υπάρξουμε εμείς προς αυτές ποτέ. Και πράγματι, έχουμε υπάρξει στο μέγιστο βαθμό, οι πατριαρχικές δικτατορίες ήταν στα αλήθεια τρομαχτικές, μένει όμως να δούμε τις μητριαρχικές. Ποιος ξέρει όμως, ίσως και να έχουν πλάκα, ίσως και να μην αλλάξει και τίποτα. Όπως και να έχει, επειδή σε κάποια φάση μαζεύτηκαν δεκάδες κοριτσάκια που ούρλιαζαν και φώναζαν και μίλαγαν όλα μαζί το ένα στο άλλο κρατηθήκαμε μακριά. Εγώ προσωπικά θα έμενα έτσι κι αλλιώς, μιλάω περισσότερο για τους υπόλοιπους της παρέας.



Πίναμε ήσυχοι το ποτάκι μας λοιπόν. Και σκάνε δυο αψέντια μπροστά μας  κέρασμα. Από τη Νόνα, ωραία λέμε, τέλεια. Ο Αβραάμ σκύβει προς εμάς και μας λέει «Κεράστε κι εσείς το κορίτσι». «Βεβαίως», απαντάμε και εμείς με τη σειρά μας, που θιχτήκαμε κάπως που δε θεώρησε αυτονόητο ότι θα ανταποδίδαμε, έστω για λόγους ευγένειας. «Θα τη βγάλουμε έξω βόλτα αύριο για κέρασμα», πρόσθεσε αριστοτεχνικά ο Σοφοκλής, που όμως το εννοούσε,  αλλά ο Αβραάμ επέμεινε. «Όχι», του είπε και κόλλησε το πρόσωπο του στου Σοφοκλή, ενώ ταυτόχρονα τα μάτια του στένεψαν, «Θα κεράσετε τώρα». 



Αποφάσισα να το σώσω όπως μπορούσα. «Νόνα, τι θα πιείς;», τη ρώτησα. «Δυο βότκες είναι καλά», μου απάντησε. Μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά ξέρω ‘γω;  Δυο ποτά κέρασε κι αυτή, ίσως περιμένει δύο κεράσματα. Την κεράσαμε λοιπόν τις βότκες της, ενώ παράλληλα συνεχίσαμε κι εμείς να πίνουμε, πράγμα που δεν ήταν και τόσο έξυπνο εκ μέρους μας, εδώ που τα λέμε. Λίγη ώρα μετά, σκάει δεύτερος γύρος κερασμένος από την Νόνα. Δύο ποτά. Μάλιστα. Τα πίνουμε. Ο Αβραάμ σκύβει πάλι προς το μέρος μας. Αλλά δεν μας λέει τίποτα για κέρασμα αυτή τη φορά.


«Παιδιά ξέρετε ότι στην περιφέρεια που είμαστε έχει κερδίσει τις εκλογές το κόμμα που υποστηρίζω;»
«Αλήθεια, πολύ χαιρόμαστε για σένα Αβραάμ», λέμε με όση μετριοπάθεια καταφέρνουμε να επιστρατεύσουμε μέσα από το ταλαιπωρημένο από αλκοόλ μυαλό μας. «Και ποιο είναι αυτό το κόμμα;», ρωτάει ο Σοφοκλής.
«Την έκανες την μαλακία σου, δεν άντεξες» σκέφτηκα
«Χαίρομαι που ρωτάς», είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ο Αβραάμ. «Λέγεται ‘’Η ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΜΑΣ’’ κι είναι κόμμα πατριωτικό και λαϊκό»
«Α, τι καλά», είπα βιαστικά, «Δείτε τι ωραία κοριτσάκια απέναντι»
«ΧΑΧΑΧΑΧΑ ΚΑΛΑ, ΕΣΕΝΑ ΔΕ ΣΟΥ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΠΛΕΟΝ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ», λύνεται στα γέλια ο Αβραάμ περήφανος για τη συμπεριφορά του λες και μιλάει με το βιαστή της εγγονής του που του ζητάει ψιλά για να πάει σε κάνα μπουρδέλο.
«Εεε δεν είναι πολύ αστείο Αβραάμ, επίσης δεν ισχύει, λες βλακείες» του απαντάω κοκκινίζοντας γιατί έχω χάσει όντως κάτι καλά γαμήσια λόγω στυτικής δυσλειτουργίας.
«Ναι ρε Αβραάμ, μαλακία σου, μαζέψου» με υπερασπίζεται ο Σοφοκλής
«Καλά Σοφοκλή, εσύ είσαι σε ακόμα χειρότερη θέση, άντε πες ότι καμιά χαζή θα ψαρώσει με τα ναρκωτικά, εσύ που είσαι απλά ένας τεμπέλης άνεργος, τι θα σου βρει;»
«Απόγνωση;»
«Σου λέω, για το καλό σου πάντα, άμα δεν αρχίσεις γυμναστήριο και δεν βρεις κάποιο χόμπι δεν έχεις καμία ελπίδα για τίποτα στη ζωή σου»
«Μάλιστα»
«Μπορείς να το κάνεις πάντως ΑΦΟΥ κεράσετε την κοπέλα τα ποτά που χρωστάτε, άντε πολύ αργήσατε» καταλήγει ο Αβραάμ.

Τέλος πάντων ξανακεράσαμε. Ήπιαμε και  λίγη μπύρα επιπλέον εκτός από τα ποτά, για να καθαρίσει το κεφάλι μας. Ήπιε κι η Μάγδα, που όσο πέρναγε η ώρα έμοιαζε να γίνεται ακόμα πιο τεράστια -ή εγώ τα έβλεπα διπλά (τετραπλά στην περίπτωση της)- και, φυσικά, ήπιε κι ο Αβραάμ. Τέλος, ήρθε ο λογαριασμός. Η Νόνα τότε πέταξε ξανά κάτι στα σλοβάκικα. Αμέσως ρώτησα τον Ελληνοτσέχο φίλο μας.


«Μαλακία θέλει να μας τραβήξει πάλι;»
«Α όχι, απλά δεν έχει λεφτά για τα ποτά της και τα κεράσματα, δυστυχώς τα ξέχασε σπίτι»
«Μα…»
«Σας είπα, είναι λίγο περίεργη»
«Περίεργη είπες, όχι γαμημένο κάθαρμα και μουνόπανο του διαβόλου»
«Ας μη το κάνουμε θέμα για λίγα λεφτά…»
«Δηλαδή πόσα;»
«Συνολικά για όλους είναι 70Ε»
«Και πόσα δίνουμε εμείς;»
«70ε»
«Θα-πάθω-κρίση-πανικού-λα-λα-λα»
«Κοίτα, θα βρούμε τρόπο να τα πατσίσουμε, πληρώστε τώρα εσείς και αύριο θα σας αφήσουμε και κλειδιά και θα το λύσουμε το θέμα εντάξει; Ψυχραιμία!».
«Άντε μακάρι, θα το εκλάβω ως ένα σουρεαλιστικό σκηνικό»
«Μπράβο, έτσι σε θέλω Διονύση, αισιόδοξο».
Πληρώσαμε τα 70ε μας με τον Σοφοκλή, γυρίσαμε σπίτι, κλάψαμε λίγο, μετά κοιμηθήκαμε. Αύριο θα ήταν μια νέα μέρα κι ο ήλιος θα έβγαινε ξανά από την ανατολή.

***

Ξυπνήσαμε λοιπόν το επόμενο πρωί και πράγματι, τα κλειδιά ήταν εκεί που έπρεπε να είναι μαζί με ένα σημείωμα που συνιστούσε προσοχή, γιατί η Μπρατισλάβα είναι γεμάτη με επικίνδυνους άστεγους και τοξικομανείς. Το σημείωμα το υπέγραφε, φυσικά, ο αγαπητός  Αβραάμ.



Δεν μας ένοιαξε καθόλου όμως, ντυθήκαμε καλά για να αντιμετωπίσουμε τον στρατηγό χειμώνα -που, εδώ που τα λέμε, στη Σλοβακία μάλλον απλός πεζικάριος είναι- και ξεχυθήκαμε έξω. Πρώτη στάση στο τοπικό μίνι-μάρκετ, να εφοδιάσουμε το σπίτι με καφέ, ψωμί, σοκολάτες, τυριά και μερικά άλλα πραγματάκια, κυρίως μπύρες και λάιτ αναψυκτικά. Δώσαμε κάνα εικοσάευρο, γιατί αγοράσαμε πράγματα για τον Αβραάμ και τη Μάγδα επίσης( το γράμμα του Αβραάμ το τόνιζε αυτό) και συνεχίσαμε. Περπατήσαμε για ώρες, κάνοντας κύκλους για να δούμε όσο το δυνατόν περισσότερο πόλη, χωρίς να ενδιαφερθούμε τόσο για τα μνημεία όσο για τους ανθρώπους της Μπρατισλάβας. Ο λαογράφος , ο αυθεντικός λαογράφος που μαθήτευσε δίπλα σε μυαλά σαν τον Hunter Thompson, Charles Bukowski αλλά και τον δικό μας Τσιφόρο, δεν ενδιαφέρεται για τα μουσεία ή τις διάσημες καφετέριες που ο κάθε χαζοβιόλης πουστράκος πολιτικός έπινε καφεδάκι, αφού υπέγραφε την άμεση ή έμμεση καταδίκη χιλιάδων ανθρώπων σε πείνα ή θάνατο. Αντίθετα, αναζητά τα καθημερινά βιώματα των απλών ανθρώπων της χώρας που επισκέπτεται. 



Ανεβαίνουμε προς τα πάνω έναν δρόμο υπερβολικά μίζερο για τα δεδομένα της Μπρατισλάβας, είναι ο μόνος που έχει συνθήματα σε όλη την πόλη, αν έστω και μόνο ένα από αυτά ήταν πολιτικό (ξέρουμε ότι κανένα δεν είναι, γιατί όλα έχουν υπογραφές ποδοσφαιρικών ομάδων) θα έλεγες ότι είμαστε στη Στουρνάρη. Τα έχω παίξει, όμως, τελείως και χρειάζομαι καφέ. Οι Σλοβάκοι, σαν τελειωμένα αλκοόλια που είναι, δεν ξέρουν να φτιάχνουν ούτε νες, ουτε φραπέ. Μόνο εσπρέσο, που είναι πολύ λίγος και πολύ θλιβερός  για τα γούστα μου. Παρόλα αυτά χωνόμαστε σε μια καφετέρια που βρίσκεται πάνω στην ''Στουρνάρη''.



«ΧΕΛΟΟΥ», λέει ο Σοφοκλής, ο πιο γλωσσομαθής της παρέας -γιατί δεν βρίσκει άραγε δουλειά, μυστήριο μεγάλο για τον φίλο μας τον Αβραάμ, που λογικά υποθέτει ότι απλά τεμπελιάζει-. «Χάι», απαντάνε κι οι υπάλληλοι, «Άρ γιού φρομ Γκρις;», μας ρωτάνε. «Ωχ», σκέφτομαι, «Τώρα θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές και θα φωνάξουν καμιά νεοναζιστική συμμορία να μας καθαρίσει, γιατί δεν μπορεί όλη η παραγωγική Ευρώπη να πληρώνει τους βρωμιάρηδες τους Έλληνες», αλλά τελικά ο υπάλληλος αποδεικνύεται φιλαράκι από τα Βαλκάνια. «Νάις, άι αμ φρομ Σέρμπια», εξηγεί. Του σφίγγω το χέρι φυσικά, σκέφτομαι να αρχίσω κουβέντα για Τίτο, αλλά φοβάμαι πως θα εξελιχθεί σε κουβέντα για το Μιλόσεβιτς και λέω να το αφήσω καλύτερα. 



Παράλληλα, ένας θαμώνας του μαγαζιού που ήταν χυμένος κυριολεκτικά πάνω σε μια εφημερίδα απλωμένη πάνω στο τραπεζάκι που καθόταν, σηκώνεται απότομα, έρχεται προς το μέρος μας και μας προσφέρει το χέρι του.


«Εντ άι αμ φρομ Μακεντόνια»
«Από πού είστε; Από τα Μακ-Ντοναλτς;», θα μπορούσα να του πετάξω ως πλακίτσα μεταξύ ‘’γειτόνων’’ λαών αλλά προτιμώ να αρπάξω την ευκαιρία να μην φανούμε όλοι οι Έλληνες τελείως νοητικά καθυστερημένοι -που είμαστε- και τον χαιρετάω πολιτισμένα και χαρούμενα που έχουμε μαζευτεί όλοι οι γείτονες εδώ, χωρίς να σχολιάσω το όνομα της χώρας του. Η δικιά μου γνώμη για το μακεδονικό είναι πως δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για το πώς λέει ο καθένας τη χώρα του, αρκεί να μην απαιτεί να πάει κανένας φουκαράς μακεδόνας να πολεμήσει για αυτό το θέμα. Το ίδιο ισχύει για την ελληνική πλευρά βέβαια. Θες να το παίζεις νεάτερνταλ με το καημένο το μακεδονικό έθνος στα βόρεια; Οκέι, αλλά άμα περιμένεις να πάω με ενθουσιασμό να φορέσω χακί μην μπουκάρουν οι «Σκοπιανοί», είσαι γελασμένος. Κρατάω πραγματιστική στάση σε αυτά τα θέματα, πατρίδα μου είναι αυτή που μου δίνει μεγαλύτερο βασικό μισθό και χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας. Ο Μακεδόνας -που μάλλον πρέπει να είναι πιο αλκοολικός από τους Σλοβάκους- κι ο Σέρβος μας κερνάνε ένα σφηνάκι, τσουγκρίζουμε, χαιρετάμε και την κάνουμε. Α, Βαλκάνια, η άγρια δύση της μεσογείου. Φεύγουμε χαμογελαστοί, πάντως.



Στο τέλος της «Στουρνάρη» βρίσκουμε το αντίθετο της, μια οδό που έχει όλες τις εμπορικές βλακείες που μπορείς να φανταστείς και περιλαμβάνει ένα μεγάλο άνετο πεζόδρομο, θυμίζει την δικιά μας Ερμού. Λέμε να την περπατήσουμε μέχρι τέλους και μετά να γυρίσουμε σπίτι. Έχει τυροπιτάδικα, μαγαζιά με ακριβά ρούχα, παπούτσια, αρώματα, ξενοδοχεία ακόμα, αλλά και στιπτιτζάδικα, ένα-δυο υπόγεια κλαμπ, ένα εστιατόριο και μερικά ακόμα ενδιαφέροντα -ή και όχι τόσο- πράγματα. 

Το πιο ωραίο φυσικά είναι ο κόσμος της. Περισσότερα κορίτσια παρά αγόρια και κυρίως ντόπιες Σλοβάκες. Νέες και ωραίες, οι κοπέλες που παράγει ο ημιπολιτισμένος αυτός τόπος, που δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες την δυτική βαρβαρότητα και τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, δεν ταιριάζουν σε τίποτα με τα πρότυπα που αναπαράγουν οι σκατόβλαχοι της πατρίδας μας. Μπορεί στο μικρό ελληνικό κρατίδιο που ξεκίνησε ως ένα προτεκτοράτο νότια της γραμμής Αμβρακικού-Παγασητικού να θεωρείται πως το λεγόμενο ανατολικό μπλοκ είναι γεμάτο από δίμετρες καλλονές με ξανθό μαλλί, κορμάρα και ένα μέτρο πόδι (που τι να κάνουμε, από το 1990 και μετά «νιετ σοβιέτ, νιετ φαί» και τώρα θα γλείψουν ευχαρίστως την πούτσα του κάθε γιδοβοσκού-απόγονου ταγματασφαλίτη για 15€), αλλά, αντίθετα, οι Σλοβάκες βγαίνουν σε όλα τα μεγέθη και κυρίως, σε καφέ και μελαχρινό μαλλί. Είναι βέβαια πιο ψηλές από τις Ελληνίδες, αλλά ελάχιστα μόνο και στην ουσία δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά. Βγάζουν έναν παραπάνω αέρα από τα μισοκακόμοιρα κλαψιάρικα τσουλάκια που έχει ξεβράσει το κύμα στα μέρη μας είναι η αλήθεια και, φυσικά, πίνουν πολύ παραπάνω αλκοόλ. Όπως όλος ο λαός ανατολικά του σιδηρούν παραπετάσματος.



Περπατάμε την ''Ερμού''. Μπροστά μας μια ξανθούλα με μπουκλωτό μαλλί, γύρω στα 19-20, μας χαμογελάει. Πανέμορφη, αλλά μου ρίχνει δύο εκατοστά τουλάχιστον ύψος κι άλλωστε, είμαι αφοσιωμένος στον Κύριο αυτή την περίοδο και αλίμονο η πίστη δεν συμβιβάζεται με τη σάρκα. Δίπλα της η φίλη της, ένα κεφάλι πιο κοντή, μαύρα μαλλιά, κοκάλινα γυαλιά και σακίδιο αλά φοιτήτρια σε σχήμα ΕΑΑΚ στην πλάτη. Χμ, ίσως είναι ένα μήνυμα από Εκείνον να μην εγκαταλείψω τόσο σύντομα τις επίγειες ηδονές. Έχει ένα σχέδιο για μένα, είμαι σίγουρος.

Γυρίζω στο Σοφοκλή, που κοζάρει την ξανθιά. Λογικό, πάντα του άρεσαν πιο κυριλέ γκόμενες από μένα, που, κατά βάση, δώσε μου φρίκουλα και πάρε μου την ψυχή. Πάντως αυτές δείχνουν αρκετά νορμάλ.

«Θα χωθούμε ρε;»,  τον ρωτάω
«Θες τις απαγάγουμε ας πούμε;»
«Αυτό θα βοηθούσε να αποφύγουμε πολλές αρνητικές συνέπειες»
«Όπως;»
«Να φάμε άκυρο;»
«Α, θα τις βιάσουμε κιόλας» συμπεραίνει σαρκαστικά ο Σοφοκλής
«Ε βρε παρεξηγιάρη, λες και θα είναι η πρώτη φορά που το κάνεις» του λέω και τον βλέπω που κοκκινίζει κι αμήχανα φοράει τα γυαλιά ηλίου του (στη Μπρατισλάβα αυτή την ώρα χιονίζει).
«Αυτό έγινε πριν πολύ καιρό και δεν είχε καμία σχέση με βιασμό»
«Δεν το αμφισβητώ, για αυτό θα σκεφτείς να κάνουμε κάτι τώρα, ως φυσιολογικός άνθρωπος που είσαι δεν θα έχεις πρόβλημα, σωστά;»
«Χμ…γαμιέσαι λίγο… αλλά τι θα έλεγες να πηγαίναμε και να τους λέγαμε χύμα ότι θέλουμε να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί τους  για να λέμε και καλά στους φίλους μας ότι κάναμε σεξ μαζί τους;»
«Πώς θα μας βοηθήσει αυτό να κάνουμε όντως σεξ μαζί τους;»
«Έχε μου εμπιστοσύνη», μου λέει ο Σοφοκλής και πλησιάζουμε τις τύπισσες, αυτός θαρραλέα κι εγώ σαν ποντικάκι που το έχουν καλέσει για δείπνο στο εστιατόριο‘’Η ΓΑΤΑ’’.

«Χελόου γκερλζ», λέει ο Σοφοκλής, που φοράει ακόμα τα γυαλιά ηλίου, θεέ μου.
«Χελοοοοοοοοοοόου μπόυζ» μας λένε κι αυτές. Ώπα, αυτό δε το περίμενα με τίποτα, λέμε. 

Ανταλλάσουμε κάτι γρήγορες συστάσεις που ούτε που τις θυμάμαι και τότε ο Σοφοκλής τους σκάει την ιστορία.


«Ο φίλος μου από εδώ» λέει σε άπταιστα αγγλικά και με δείχνει κάνοντας έναν μορφασμό αηδίας και λύπησης ταυτόχρονα «Είναι το πιο μίζερο πλάσμα που περπάτησε ποτέ στον πλανήτη μας. Για να καταλάβετε, ο πατέρας του πεθαίνει από καρκίνο, καταχρεωθήκανε να βρούνε λεφτά για γιατρούς στην οικογένεια, ο ίδιος πάσχει από βουλιμία, ανορεξία και κατάθλιψη, ενώ χρόνια τώρα τον καταπίνει η μάστιγα των ναρκωτικών. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είναι άνεργος, παράτησε τη σχολή του και όταν αρρώστησε ο πατέρας του η κοπέλα του τον χώρισε γιατί είχε κουραστεί πάρα πολύ με όλα αυτά που του συνέβαιναν. Δείτε τον! Δεν είναι καν όμορφος! Το μόνο που ζητάμε είναι μια φωτογραφία μαζί σας, γιατί να, όλοι τον κοροϊδεύουν στα μέρη μας για τη ζωή του και πρέπει κάπως να πείσει πως  έστω στη Σλοβακία στάθηκε τυχερός και είχε επιτυχία με δύο πανέμορφες κοπέλες σαν εσάς»

Η ξανθιά έχει εκστασιαστεί με το πόσο καλός φίλος είναι ο Σοφοκλής που ζητάει εκ μέρους μου κάτι τέτοιο, ενώ η μελαχρινή που μου αρέσει με λυπάται και με σιχαίνεται λίγο κι εγώ αναρωτιέμαι που τους βρίσκω πάντα κάτι τέτοιους μαλάκες για παρέα.


«Σο γιου νιντ ε πίκτερ γουίθ ας του προυβ γιου χαντ σεξ?», λέει η ξανθιά.
«Γες μάι λέιντιζ» λέει ο μπίγκ-Σόφο από εδώ, που είδε ότι πιάνει η αηδία του έγινε από ταπεινό χαμομηλάκι, παιχταράς. Η ξανθιά τον πλησιάζει και του λέει σαγηνευτικά:
«Ιτ σιμς γιού γουίλ γκετ μορ δαν ε φώτο» και αρχίζει να τον φασώνει.


Τον έχει πιάσει λοιπόν από το σβέρκο η Σλοβάκα τον φίλο μου περίπου όπως πιάνω εγώ τη γάτα μου όταν δε θέλει χάδια αλλά θέλω εγώ και του έχει αλλάξει τα φώτα, τα ‘’ματσ-μουτς’’ ακούγονται σε όλο το Δούναβη και το ίδιο και τα ζουμιά. Κοιτάω και εγώ την μελαχρινή μήπως από λύπηση έστω (άλλωστε είμαι ένας μόνος, φτωχός, άσχημος, πρεζάκιας) με πάρει καμιά αγκαλίτσα, αλλά που τέτοια τύχη. Πιάνει απλά το κουταβίσιο βλέμμα μου και έρχεται δίπλα μου. «Γιού χαβ ε κάμερα?» με ρωτάει. Δεν καταλαβαίνω. «Γιές μπατ…». «Γκιβ μι» μου λέει. Της την δίνω και μας τραβάει μια σέλφι «Νάου γιού χαβ γιορ φοτο» μου λέει και μου εύχεται καλή τύχη. Έπειτα φεύγει, αφού συνεννοηθεί με τη φίλη της στα σλοβάκικα.  Στο μεταξύ, ο φίλος μου και εκείνη έχουν κολλήσει πάνω στο μόνον του πεζοδρόμου δενδρύλλιον και… δεν ξέρω αν λέγεται ακόμα, φασώνονται σε αυτό το σημείο. Πάντως η τύπισσα έχει το χεράκι της χωμένο για τα καλά στο παντελόνι του φίλου μου κι ούτε για πετρέλαιο να έψαχνε το κορίτσι, ζωή να ‘χει. Πάντως δείχνει να καταλαβαίνει, όχι τόσο τη δικιά μου αμηχανία, όσο των περίπου εκατό και κάτι ατόμων που έχουν περάσει τα τελευταία λεπτά από το μέρος. «Λετς γκόου μπακ του μάι πλέις», λέει στον Σοφοκλή. «Αι καν’τ γουέιτ», της απαντάει και μου δίνει ραντεβού σε μία ώρα. Όχι πίσω στο σπίτι, αλλά στην τοπική παμπ που είναι σχετικά κοντά πάντως.


«Μα θα προλάβεις;»
«Ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας Διονύση» μου λέει με νόημα
«Καλή τύχη φίλε μου», του λέω και τους αφήνω να τραβήξουν το δρόμο τους.

***

Τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα από τη συγκίνηση όταν αποχαιρέτησα τον καλό μου φίλο με αυτήν την αιμορουφήχτρα από την ανατολική Ευρώπη, αλλά σίγουρα θα τα έβγαζε πέρα. Στον έρωτα και στον πόλεμο όλα επιτρέπονται, όπως λέει κι η φιλοσοφία ή ο όποιος κλάδος αλλά τότε γιατί θεσπίσαμε νόμους για τη διεξαγωγή του πολέμου; Γιατί είναι ανήθικη η τρομοκρατία και τι σημαίνει τρομοκρατία στον έρωτα; Σκατούλες! Είχα την ατυχία στα δεκαοχτώ να διαβάσω εκείνο το κεφάλαιο «Για τον έρωτα» του Μαλατέστα, που με στοιχειώνει μέχρι και σήμερα, σαν να πρόκειται για κάποιο ιερό κείμενο, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ όμορφο και πραγματιστικό, εν αντιθέσει με τις συνηθισμένες αναρχικές χαζομαρούλες. Τέλος πάντων, πετάω μια χιονόμπαλα σε έναν περαστικό για να αποδείξω την ωριμότητα μου, αγοράζω μια κόκα-κόλα λάιτ από το περίπτερο και φύγαμε για το ναό. Έχει μόνο καθολική εκκλησία εδώ, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να παραμελήσουμε τη σχέση μας με το επέκεινα.


Τσαλαβουτάω βήμα-βήμα στο χιόνι και φτάνω στον Καθεδρικό, που είναι κοντά στο μνημείο που στήσανε για τους εβραίους οι οποίοι μαρτύρησαν κατά τη γερμανική κατοχή και επίσης δίπλα στο κέντρο της πόλης. Μεγάλη ταλαιπωρία οι Εβραίοι, σκέψου τώρα να σου λένε ότι ελέγχεις τον πλούτο όλου του κόσμου και να παίρνεις 900€ μισθό στο Τελ Αβίβ ή ότι έχεις βρει το φάρμακο για τον καρκίνο και δεν το μοιράζεσαι, ενώ την ίδια ώρα να πεθαίνει το παιδί σου από λευχαιμία. Σιχαμένα απόβλητα οι αντισημίτες γενικώς για τον πλανήτη μας, εννοώ ακόμα μεγαλύτερα κι από τον άνθρωπο.



Μπαίνω στον ναό, προφανώς όλα είναι ήσυχα και σκοτεινά, λειτουργία φυσικά και δεν έχει αυτή την ώρα ή αυτή την μέρα, το γραφείο του ιερέα έχει φως αλλά η πόρτα είναι κλειστή. Τέλεια, όλη η εκκλησία για πάρτη μου, απαλλαγμένη από τα μεγαλύτερα καθάρματα, δηλαδή ιερείς, παπάδες, τουρίστες, συνηθισμένους χριστιανούς κλπ. Εγώ είμαι απλά ο Διονύσης Ρακόπουλος. Και ήρθα για να προσευχηθώ. 



Κάθομαι ταπεινά στο πάτωμα της εκκλησίας με τα γόνατα και τριγύρω επικρατεί απόλυτη ησυχία. Οι καθολικές εκκλησίες είναι πιο όμορφες από τις δικές μας. Και οι καθολικοί γενικά μου φαίνονταν πάντα πιο έξυπνοι άνθρωποι από τους ορθόδοξους. Δεν ξέρω, μπορεί να είναι κι ιδέα μου ή να οφείλεται στις πιο ορθολογικές βάσεις της δυτικής παράδοσης, αρκετά διαφορετικές από τις μυστικιστικές της βυζαντινής. Αποφασίζω, πάντως, μιας και δεν ξέρω καμία κανονική προσευχή, να κλέψω από κάτι που είχα δει σε μια ταινία ή σε ένα βιβλίο. Όπως το θυμόμουν βέβαια, ή όπως με βόλευε.


Εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Δώσε Κύριε την χάρη σου σε εμάς και σε όλους αυτούς που τιμωρήθηκαν σκληρά για όσα έκαναν.

Συγχώρεσε αυτούς που αγάπησαν αλλά και αυτούς που αγαπήθηκαν.

Συγχώρεσε αυτούς που πέθαναν.

Αυτούς που τρελάθηκαν.

Αυτούς που καταλήφθηκαν από δυνάμεις σκοτεινές.

Συγχώρεσε αυτούς που ξέφυγαν από το δρόμο σου, αυτούς που παραφέρθηκαν, κι αυτούς που λοξοδρόμησαν ή παρίσταναν πως δε σε είδαν ή δε σε άκουσαν.

Συγχώρεσε τους, γιατί είμαστε εμείς για αυτούς και αυτοί για εμάς και δεν θα υπάρξει τίποτα καλύτερο και τίποτα χειρότερο.

Βοήθησε μας να θυμόμαστε όσους χάθηκαν και βοήθησε να μας θυμούνται όταν χαθούμε.

Συγχώρησε μας γιατί Θεό έχουμε έναν αλλά κολάσεις δύο, μία στα αριστερά σου και μία εδώ κάτω, κι αν ο Παράδεισος υπάρχει στα δεξιά σου, συγχώρησε όσους ήθελαν να βρουν έναν παράδεισο κι εδώ.

Φύλαξε τους δίπλα σου και κράτησε τους ευτυχισμένους και ζεστούς.

Προφύλαξε τους από κάθε τρέλα, κάθε κρύο και κάθε πόνο.

Σώσε τους άλλους γιατί μαζί τους σωζόμαστε και εμείς.


Αμήν.


Είπα ότι είχα να πω. Κοίταξα το ρολόι μου και έφυγα αμέσως μαζί με την κόκα-κόλα μου για να είμαι συνεπής στο ραντεβού μου με τον Σοφοκλή. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου