Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017



















Στο προηγούμενο επεισόδιο: Μετά από μια σειρά τραγωδίες στην ζωή τους, οι δύο φίλοι, Διονύσης Ρακόπουλος  και Σοφοκλής Μοσχάρ ταξιδεύουν για διακοπές στη Σλοβακία όπου τους περίμενει ο φίλος τους Αβραάμ και η κοπέλα του. Το ζευγάρι όμως κρύβει πολλές δυσσάρεστες εκπλήξεις και κάνει το χαλαρωτικό ταξιδάκι σε μια ξένη χώρα να μοιάζει με καφκική περιπέτεια. Παρόλα αυτά οι δύο φίλοι καταφέρνουν στην ευρωπαική πια Μπρατισλάβα να πετύχουν τόσο στη σχέση τους με το Θεό όσο και με το άλλο Φύλο(τις γυναίκες φυσικά!) και ρίχνονται στον αγώνα να σώσουν τις διακοπές τους από την πλήρη καταστροφή. Είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν; Και βέβαια, αλλά πως; 

Το προηγούμενο επεισόδιο: https://successfulattempt.blogspot.gr/2017/03/blog-post.html


Spoiler που περιέχει μερικά trigger warnings. Αποκαλύπτει αρκετά πράγματα για την εξέλιξη της ιστορίας επομένως αν δεν θεωρείτε πως το να διαβάζετε κάτι που δε συνέβη ποτέ (ή μήπως συνέβη;) στα αλήθεια μπορεί να σας κάνει να αυτοκτονήσετε (ή πως αν το κάνετε, φταίτε και εσείς λίγο) μην το διαβάσετε. Όλοι οι υπόλοιποι ρίξτε μια ματιά. Πολλά φιλιά!

Αγαπητοί αναγνώστες και αγαπητές αναγνώστριες. Το εν' λόγω διήγημα προς το τέλος του χρησιμοποιεί εικόνες φασιστικής βίας ενάντια σε πρόσφυγες για να σκιαγραφήσει το προφίλ ενός μάλλον κωμικού, αν και ηθικά απαράδεχτου ήρωα. Πολλές και πολλοί θα μπορούσαν να πούνε πως μια τέτοια χρήση του φασιστικού φαινομένου ή του προσφυγικού ζητήματος καθαρά για ένα διήγημα που μοιάζει χιουμοριστικό είναι απαράδεχτη και λάθος. Απολογούμαστε σε αυτούς τους ανθρώπους και στα συναισθήματα τους και βεβαίως τα καταλαβαίνουμε, ειδικά ο συγγραφέας του διηγήματος. Ταυτόχρονα όμως, τονίζουμε πως α) δεν υπήρχε καμία διάθεση αισθητικοποίησης του φασισμού και β)Από λογοτεχνικής άποψης κρίθηκε απαραίτητο να γίνει μια τέτοια αναφορά στο τέλος για να τονιστεί η ηθική κατάπτωση του ήρωα, που ξεκινάει από περίεργος και φιλοχρήματος νεοφιλελεύθερος και καταλήγει στην αγκαλιά του φασισμού. Τέλος για κάθε άτομο το οποίο θα νιώσει άβολα από την ανάγνωση του, τοποθετούμε αυτό το σπόιλερ στην αρχή ώστε να μην προβεί καθόλου σε αυτήν γιατί καταλαβαίνουμε πως η ανάγνωση μιας (αν και) φανταστικής ιστορίας που (παρόλο που) δε συνέβη ποτέ μπορεί να φέρει στην άλλη, στον άλλο αναμνήσεις από εμπειρίες βίας, κακοποίησης και άλλα σχετικά. Άρα καλύτερα να μη ασχοληθεί καθόλου. Ακόμα να πούμε πως έγινε προσπάθεια να περιοριστεί η βία σε όλο το διήγημα. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, οι τελευταίες σκηνές λογοτεχνικά έπρεπε να χαρακτηρίζονται από αυτό που με όρους κινηματογράφου θα λέγαμε σπλάτερ, κάτι τέτοιο όμως κρίθηκε ανήθικο και καταλήξαμε στον συμβιβασμό που θα διαβάσετε, όσοι βεβαίως αντέξετε κάτι τέτοιο.




***

«Γάμησες;» τον ρώτησα όταν τον βρήκα.
«Όχι ρε κάτι μπετά έριχνα»
«Χαχαχαχα, καλό, αλλά για πες λεπτομέρειες»
«Ε τι λεπτομέρειες. Μη φανταστείς, καλά ήταν, δυο φορές το κάναμε»
«Επαφή θα κρατήσετε;»
«Ε, αλλάξαμε
skype
, αλλά μόνο αυτό»
«Όχι τίποτα άλλο, μήπως έχουμε κάνα πιο σοβαρό άτομο να μας φιλοξενήσει άλλη φορά»
«Δεν έχεις κι άδικο», συμφώνησε ο Σοφοκλής. «Εσύ τι έκανες;»
«Τίποτα», μουρμούρισα δυσαρεστημένος. «Εκκλησία πήγα»
«Α…γάμησες;»
«Έσωσα την ψυχή μου υποθέτω, το σώμα μου έχει κάτι ενστάσεις»
«Κι η άποψη σου είναι να συνεχίσει να τις έχει. Σωστά;»
«Σωστότατα. Και τώρα τι;»
«Μπύρα;»
«Καφές.Μέσα
»


Πήραμε λοιπόν μια μπύρα και έναν καφέ στην παμπ που καθίσαμε και σε γενικές γραμμές όλα τσούλησαν ήρεμα. Έμαθα ορισμένες αηδιαστικές λεπτομέρειες για τα σεξουαλικά κατορθώματα του Σοφοκλή με το ξανθόμαλλο τερατάκι από τη Σλοβακία. Τον θεωρώ πολύ τυχερό. Εμένα προσωπικά με φτιάχνει πάρα πολύ να ακούω την άλλη να φωνάζει την ώρα του σεξ σε διαφορετική γλώσσα από τα ελληνικά. Υποθέτω πως απλά είναι πιο ενδιαφέρον και πιο εξωτικό να ακούς μια ξένη γλώσσα (που μπορεί κάλλιστα βέβαια να λέει «ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΕ ΤΟ ΝΙΩΘΩ ΚΑΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΕΟΣ ΤΟΣΟ ΜΙΚΡΟ!»), παρά ότι έχεις κάποιο πρόβλημα με τα ελληνικά αυτά καθ’ αυτά που όπως και να το κάνουμε πλάκα έχουν.

Στην παρέα μας λίγο μετά εντάσσονται ο Αβραάμ που σχολάει από την δουλειά  του κι η Μάγδα. Ο Αβραάμ κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές σε ένα παρτάκι που γίνεται τις επόμενες μέρες kai για το οποίο ψηνόμαστε (επιτέλους, ακούσαμε και κάτι καλό από αυτό το παιδί), ενώ παράλληλα θα μας βγάλει μια βόλτα στα τοπικά mall σήμερα. Αλλά πρώτα θα πάμε σπίτι με τη Μάγδα να … μαγειρέψουμε να φάμε, γιατί είναι κρίμα να μην μας μαγειρέψει μια μέρα τώρα που μας έχουν καλεσμένους. Όλως τυχαίως, η ιδέα προέκυψε τώρα που τους έχουμε γεμίσει το ψυγείο, αλλά δεχόμαστε. Τον ρωτάμε γιατί δεν έρχεται μαζί μας και μας απαντάει πως υπάρχουν κάτι ‘’δουλίτσες’’ πολιτικής φύσεως που πρέπει να φροντίσει. Δεν το ψάχνουμε παραπάνω κι ακολουθούμε σαν πιστά σκυλάκια τη Μάγδα.
«Σόου, ντου γιου λάικ σλοβάκιαν γούμεν?», μας ρωτάει αυτή στο δρόμο.
«Γες, βέρι ματς», απαντάει ο Σοφοκλής

«Θα απαντούσα αλλά είναι παράνομο», λέω με το πιο ένοχο ύφος που μπορώ να προσποιηθώ, για να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον ο περίπατος μέχρι το σπίτι. Η Μάγδα με ρωτάει τι εννοώ, ο Σοφοκλής που χώνεται στο κόλπο εξηγεί πρόθυμα ότι μου αρέσουν τα δεκάχρονα κοριτσάκια, κάτι που είναι φυσιολογικό στην Ελλάδα, αφού κι ο Αβραάμ, όσο ζούσε εκεί, είχε σχέση με μια μαθήτρια τετάρτης δημοτικού. Η Μάγδα χάνει λίγο από το χρώμα της και εκεί , πίσω από τη σημαία του τρίτου Ράιχ, βλέπεις ξαφνικά λίγα κύτταρα ανθρωπιάς. Θαύμα! Αυτό το νεοναζιστικό κτήνος, αυτή η δύο επί δύο μέτρα πράκτορας της γκεστάπο και πρώην χρήστης όποιου ναρκωτικού υπάρχει στην Ευρώπη, είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα για το κακό που έκανε σε ένα αθώο κοριτσάκι ο σύζυγος της ή τέλος πάντων, το αγόρι της. Είναι σχεδόν συγκινητική σκηνή, ετοιμάζομαι να της πω ότι κάνω πλάκα όταν, λίγο πριν φτάσουμε σπίτι, ουρλιάζει μέσα στο αυτί μου:
«ΔΙΣ ΛΙΤΛ ΣΛΑΤ ΓΟΥΟΝ’Τ ΤΕΙΚ ΑΒΡΑΑΜ ΦΡΟΜ ΜΙ, ΑΙ ΓΟΥΙΛ ΜΕΙΚ ΧΕΡ ΣΑΦΕΡ» 

Και παθαίνει ένα μικρό αμόκ σε αυτό το σημείο. Κανά μισάωρο μετά όμως έχει συνέλθει. Είναι και πάλι πολιτικός και στρατιωτικός αντιπρόσωπος του τρίτου Ράιχ στη Σλοβακία κι απλά χαμογελάει με το αστείο μας. «Χαχαχα, βέρι φάνι» λέει κι αναρωτιόμαστε πόσες καταδίκες σε θάνατο έχουμε ήδη στο όνομα μας. Τέλος πάντων, φτάνουμε σπίτι, μαγειρεύουμε, το φαγητό ΔΕΝ είναι δηλητηριασμένο, δεν πεθαίνει κανείς, η κουβέντα είναι υποφερτή και μαθαίνουμε μερικά ενδιαφέροντα πράγματα. Απ’ ότι φαίνεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από το κράτος της Σλοβακίας να πάρει χίλιους Σύριους πρόσφυγες και τελικά η Σλοβακία δέχτηκε και πήρε περίπου εκατόν ογδόντα, που όλοι τους έπρεπε να αποδείξουν ότι είναι χριστιανοί. Οι διπλανές χώρες, Ουγγαρία, Ουκρανία, Πολωνία ή ακόμα πιο ανατολικά, σε Λιθουανία, Λετονία κι Εσθονία, ακόμα χειρότερα. Γενικώς, οι περισσότερες χώρες του ανατολικού μπλοκ είναι μια καλή απόδειξη για το ότι είτε υπήρχε είτε όχι σοβιετική κατοχή σε αυτά τα μέρη, αυτή η σοβιετική κατοχή ήταν απαραίτητη, γιατί οι άνθρωποι εδώ είναι ανίκανοι να μην είναι φασίστες, απολίτιστοι και τελείως μαλακισμένα γλειφτρόνια της δύσης. «STALIN DID NOTHING WRONG», πως το λέμε ρε παιδί μου. Πάντως, υπάρχουν κι ωραία πράγματα να μάθεις. Στην Σλοβακία γίνονται αναπαραστάσεις μεσαιωνικών μονομαχιών, όπου καθημερινοί άνθρωποι ντύνονται με πανοπλίες κι όπλα του μεσαίωνα και συγκρούονται, πολλές φορές και με άλογα, σε τοπικές πλατείες κατάλληλα διαμορφωμένες στα πλαίσια κάποιων φεστιβάλ. Προσωπικά το βρήκα εκπληκτικό, κυρίως επειδή αυτά τα ωραία λούμπεν πράγματα εκεί δεν τα έχουν μόνο οι φασίστες  αλλά περισσότερο απλός κόσμος με μεράκι που του αρέσει να συντηρεί και να κατασκευάζει σπαθιά, βαλλίστρες και κράνη. Είναι πιο αθώο, δηλαδή, απ’ ότι με τους προγονόπληκτους στα πάτρια ελληνικά εδάφη.

Τέλος πάντων, αφού φάγαμε, εγώ με τον Σοφοκλή μαζέψαμε το σπίτι, πλύναμε τα πιάτα και λέμε να την κάνουμε. Πάμε λοιπόν να φύγουμε και –κλασσικά- δεν χωράμε στο διάδρομο που είναι η παπουτσοθήκη. Παίρνω τα παπούτσια μου και κάθομαι σε μια καρέκλα κοντά στο διάδρομο να τα φορέσω. Το βλέμμα της Μάγδας με εντοπίζει αλλά δε μου λέει τίποτα. Υποθέτω, επομένως ότι δεν ξεπέρασα τα όρια. Έπειτα ξεκινάμε να βρούμε τον Αβραάμ. 

***
Έχουμε μείνει παρεούλα τα τρία μας, δηλαδή εγώ, ο Σοφοκλής κι ο Αβραάμ, αφού η Μάγδα είχε την ευγενή καλοσύνη να αφήσει τα αγόρια μόνα τους να πάνε για ψώνια. Δυστυχώς  τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά κι έχουμε χαθεί εδώ και μία ώρα περίπου και κάνουμε κύκλους. Εμείς οι δύο, προφανώς, δεν μπορούμε να βοηθήσουμε και το μυστήριο είναι γιατί δεν μπορεί να βοηθήσει ο Αβραάμ. Τελικά, εγώ κι ο Σοφοκλής εντοπίζουμε έναν δρόμο, που οδηγεί σε μια ταμπέλα που μοιάζει να γράφει «Shopping centre»

«Ας πάμε από εδώ», προτείνω
«Καλύτερα όχι», λέει με επιφύλαξη ο Αβραάμ. Τον κοιτάμε λυσσασμένοι προφανώς γιατί εκτός του ότι μας έχει βγει η παναγία, δεν θέλει να περπατήσουμε ένα δρόμο πέντε λεπτών.
«Ποιο είναι το πρόβλημα;», ρωτάει ο Σοφοκλής
«Ο δρόμος δεν είναι ασφαλής» απαντάει ο Αβραάμ με ύφος αξιωματικού που ενημερώνει μια γριά που κατοικεί στο ισόγειο πολυκατοικίας ότι η ταράτσα της έχει χτυπηθεί από το πυροβολικό του εχθρού.
«Και γιατί αν επιτρέπεται;»
«ΧΑΖΟΙ ΕΙΣΤΕ; ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΦΑΝΑΡΙ!» μας φωνάζει ο Αβραάμ. Κοιτάμε και πράγματι δεν έχει φανάρι, γιατί δεν χρειάζεται καν να περάσεις απέναντι. Πολύ απλά ο δρόμος είναι φαρδύς, άνετος, έχει χώρο για πεζούς, περνάνε ελάχιστα αμάξια κι αυτά πολύ σιγά. Πεζοδρόμιο μπορεί να μην υπάρχει ακριβώς, αλλά υπάρχει περίπου ένα μέτρο χώρος που απαγορεύεται να πατήσουν τα οχήματα κι οι νόμοι στην Σλοβακία γενικά τηρούνται. Παρόλα αυτά, ο Αβραάμ επιμένει. 

«Καλύτερα να πάμε από εκεί»

Και μας δείχνει μια γέφυρα στο βάθος που χάνεται μέσα στην ομίχλη. Θα είναι κάνα μισάωρο από εδώ το λιγότερο, αλλά θα έχει σίγουρα φανάρι, πρώτα η ασφάλεια μετά η άνεση, σωστά; Λάθος, γιατί αντί να διαφωνήσουμε με τον ψυχάκια, αρχίζουμε απλά να κατεβαίνουμε τον δρόμο που βρήκαμε και φυσικά, ενάντια σε όλες τις προβλέψεις που μας ήθελαν νεκρούς, στο τέλος της διαδρομής  αναπνέουμε ακόμα κι έχουμε όλα τα μέλη του σώματος μας εκεί που πρέπει. Ο Αβραάμ προφανώς στραβομουτσουνιάζει. Θα έλεγε κανείς ότι θα προτιμούσε, όχι να πεθαίναμε βέβαια, αλλά να κινδυνέψουμε να πεθάνουμε, από δικό μας λάθος κατά προτίμηση, ώστε το στιβαρό χέρι του να μας επαναφέρει στην τάξη. Τέλος πάντων, με αυτά και με αυτά ένα αηδιαστικό, μεγάλο γκρι κτήριο ξεπετάγεται μπροστά μας. Αποκλείεται να κάνουμε λάθος είναι το εμπορικό κέντρο. Φυσικά κάναμε λάθος στην πλευρά, άρα ξοδεύουμε άλλα δέκα λεπτά για να βρούμε την σωστή είσοδο. Ένα καλό shopping therapy θα μας αποζημιώσει για όλα.

Με το που μπαίνουμε δεν παθαίνουμε καμία μα καμία έκπληξη. Φθηνός νεοπλουτισμός, μαγαζιά με ρούχα, μαγαζιά με ηλεκτρονικά, μαγαζιά με ακριβό φαΐ, μαγαζιά με ακριβό καφέ και -για να είμαστε δίκαιοι- που και που μερικά μαγαζιά με ακριβά γλυκά που αξίζουν τον κόπο. Αν θέλετε να σημειώσουμε διαφορές με τα mall της Ελλάδας, εδώ ο κόσμος που έρχεται είναι στα mid 20s του και πάνω , ενώ πίσω στην πατρίδα γύρω στα δεκαπέντε.

Το κουτί με τις μαλακίες όμως δεν φαίνεται να κλείνει με τίποτα. Σαν νέος Μωυσής, που χωρίζει τη θάλασσα στα δύο για να σωθεί ο λαός του από τον Φαραώ (ο οποίος είχε και κάποιους βάσιμους λόγους να κρατάει κακίες στον Μωυσή), ο Αβραάμ σηκώνει ψηλά τα χέρια του, ενώ είμαστε στη μέση του εμπορικού και το σόου αρχίζει. «Ιδού» μας λέει «Η φτώχεια κι η μιζέρια που δήθεν θα έφερνε ο καπιταλισμός στο λαό μας!» και κατεβάζει τα χέρια του χαμογελώντας, γιατί ήταν τόσο πετυχημένη performance που πειστήκαμε τώρα εμείς. «Ε βέβαια» λέει ο Σοφοκλής «Και στα Mall στην Ελλάδα άμα πας και γαμώ την ανάπτυξη βλέπεις». Εν τέλει δεν κρατιέμαι και μπαίνω και εγώ στο χορό. «Έλα τώρα ρε Αβραάμ, ακόμα κι εσύ μπορείς να καταλάβεις ότι κανένας σοβαρός ερευνητής δεν θα μετρούσε τη φτώχεια και τη μιζέρια μιας χώρας με βάση τα εμπορικά κέντρα. Υπάρχουν επίσημα στοιχεία από επίσημους κρατικούς φορείς, ή μήπως και οι υπηρεσίες του κράτους πήραν το μέρος της επανάστασης ξαφνικά;» Όλως περιέργως υποχωρεί. «Είναι αλήθεια, πάντως, ότι στην ανατολική Σλοβακία υπάρχει μεγαλύτερη φτώχεια». «Φιουφ», ανακουφιζόμαστε κάπως εμείς. «Αλλά», συνεχίζει τώρα ο Αβραάμ, «Είναι πολλοί αυτοί που εκμεταλλεύονται το επίδομα ανεργίας και τα επιδόματα φτώχειας για να μην δουλεύουν».

«Συγνώμη, κάτι τέτοια δεν έλεγε η Θάτσερ;»
«Δεν με νοιάζει»
«Εγώ πάντως διαφωνώ Αβραάμ» του λέω
«Κοίτα, καταλαβαίνω την οπτική σου. Είσαι φοιτητής, ζεις με τη μάνα σου, δεν έχεις δουλειά, αλλά εγώ δουλεύω, έχω δικό μου σπίτι , κοπέλα, καταλαβαίνεις, με ενδιαφέρουν τα κοινωνικά θέματα. Όχι σαν χόμπι, αλλά σοβαρά, πρακτικά» πετάει σαν πυροβόλο προς το μέρος μου ο Αβραάμ, ΧΩΡΙΣ να καταλαβαίνει ότι με προσβάλει.
«Κι εγώ πάντως που ξέρω τρεις γλώσσες, δουλειά δεν βρίσκω» λέει ο Σοφοκλής
«Δηλαδή μας λες ότι δεν έχεις κανέναν να σε βοηθήσει να βρεις μια δουλειά στο εξωτερικό;» του λέει ειρωνικά ο Αβραάμ
«Και να έχεις φίλους» λέω εγώ τώρα, προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου και να μην πετάξω μια καλή χλέπα σε αυτό το εθνίκι -που ξαφνικά από κομμουνιστής έγινε νεοφιλελέ λούγκρα- «Δε σημαίνει ότι θα ασχοληθούν να σε βοηθήσουν κιόλας, έτσι;»
«Ναι, μπορεί ο άλλος να θέλει να ασχοληθεί με τη ζωή του, αντί με σένα»μου απαντάει απαξιωτικά. Και εκεί φρικάρω.

«ΔΕΝ ΕΙΠΑ ΕΓΩ, ΓΑΜΩΤΟ ΜΟΥ, ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΒΡΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΕΙΠΑ ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ-ΔΥΟ ΤΗΛΕΦΩΝΑ, ΟΤΑΝ ΚΙ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙ! ΠΩΣ, ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ ‘’ΠΑΡΑΤΑΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ’’ ΑΥΤΟ; ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ, ΒΛΑΚΑ ΗΛΙΘΙΕ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΕ;».

Αμέσως βέβαια θυμάμαι ότι ο φίλος μας ο Αβραάμ είναι ένας ψυχωτικός -με την βούλα του γιατρού- τύπος, που και να τον βρίσεις δεν θα σκεφτεί ούτε για δύο δευτερόλεπτα αν έχεις δίκιο, αλλά απλώς θα βρει τρόπο να επισημάνει το αν είναι καλύτερος σε κάτι από εσένα (αν έχει δουλειά πχ), για να βγάλει άκυρη την κριτική σου στο αν είναι μια πόρνη του καπιταλισμού (που είναι). Επομένως, του ζητάω συγνώμη.

«Ε, δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι, αλλά πραγματικά είναι δύσκολο να βρεις δουλειά στην Ελλάδα, ξέρεις μας έχει κουράσει η ανεργία». Και δεν λέω ψέματα, ούτε κλαψουρίζω σε αυτή τη φάση, είναι μια φρικτή κατάσταση κι έχουμε ακόμα να δούμε πολλά όταν γυρίσουμε.
«Δίκιο έχεις, το παραδέχομαι» λέει κι ο Αβραάμ. Καθόμαστε για συμφιλιωτικό καφέ οι τρεις μας και έπειτα γυρίζουμε σπίτι. Είναι αρκετά αργά το απόγευμα, άρα μάλλον δε θα ξαναβγούμε. Ο Αβραάμ μιλάει με τη Μάγδα και εγώ κάθομαι με τον Σοφοκλή και λέμε καμιά μαλακία να περάσει η ώρα.

«Διονύση, να σου πω λίγο ιδιαιτέρως;», μου λέει ο Αβραάμ. Είμαι στις καλές μου όμως, γιατί έχω ξεκουραστεί κάπως. «Ναι, ό,τι θες» του λέω πρόθυμα και σηκώνομαι.«Ε, πάμε έξω καλύτερα», μου λέει 
«Έξω; Μα κάνει ψοφόκρυο»
«Ε, είναι σοβαρό…», επιμένει, αλλά όχι επιθετικά. Διακρίνω μια νότα ενοχής στη φωνή του και προφανέστατα βρίσκομαι σε δύο δευτερόλεπτα στα πρόθυρα της κρίσης πανικού. Τι είναι αυτό το καινούργιο φρούτο;
«Άντε πάμε», του λέω τελικά.

Βγαίνουμε. Περπατάμε. Περπατάμε κι άλλο. Ο περίπατος συνεχίζει! Τελικά κάνα τέταρτο διαδρομή μέσα στα χιόνια μετά ο Αβραάμ διατάζει ανάπαυση.

«Έμαθα κάτι, Διονύση»
«Τι Αβραάμ μου, τι;» (τώρα θα την ακούσω την μαλακία)
«Φόρεσες τα παπούτσια σου μέσα στο σπίτι;»
«Ε;»
«Δε χρειάζεται να το αρνείσαι, παραδέξου το και θα βρούμε μια λύση»
«Μα εγώ όχι, δεν…»
«ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΨΕΜΑΤΑ ΕΜΕΝΑ»
«Κοίτα, αν λες για το πρωί, δεν χώραγα να τα βάλω όρθιος και πήγα και κάθισα σε μια καρέκλα να τα βάλω και…»
«Τέλος πάντων! Κατάλαβα πολύ καλά ποιες ήταν οι απεχθείς πράξεις σου! Άντε ας γυρίσουμε, ξεπαγιάσαμε εδώ έξω»
«Μα…»

Και έτσι, πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Βραδινή έξοδο δεν είχε. Δεν με ένοιαζε που καθίσαμε μέσα, ήθελα απλά να κοιμηθώ, δε νύσταζα απλά ήθελα να ξεχάσω.

***

Το επόμενο πρωί δεν συνέβη τίποτα το αξιοσημείωτο για μένα και τον Σοφοκλή, με την εξαίρεση πως κάναμε –προφανώς- όλες τις δουλειές του σπιτιού και κυρίως της κουζίνας και πως σε δεύτερη φάση, τελειώσαμε κι οι δύο τα βιβλία που είχαμε κουβαλήσει στη Σλοβακία. Εγώ ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές κάτι τοξικομανείς που παρατάνε τη ζωή τους για να κάνουν ναρκωτικά, ο Σοφοκλής ένα άλλο που ανέλυε πως προωθείται η καπιταλιστική ιδεολογία μέσα από τα κόμιξ της Ντίσνεϋ. Αμφότερα τα βιβλία είχαν το ενδιαφέρον τους αλλά ήμουν ο μόνος από τους δυο μας που διέκοπτε την ανάγνωση ανά σημεία για να σκουπίσει τα μάτια του, γιατί κάτι έμπαινε συνέχεια μέσα τους. Και στα δύο…

Τέλος πάντων, αφού αφήσαμε το σπίτι πεντακάθαρο ντυθήκαμε κι έκανε κι ο Σοφοκλής το χιλιοστό τσιγάρο της εκδρομής μας. Όταν θα έχει αναπνευστικά προβλήματα στα πενήντα του, θα θυμηθεί τον Διονύση, τον καλό του φίλο που του τα έλεγε. Για την ώρα όμως, αφού έχουμε και πάλι τα κλειδιά στα χέρια μας, τα στρίβουμε πάνω στην κλειδαριά και «Σουσάμι άνοιξε!», η πόρτα ανοίγει κι όλη η Μπρατισλάβα είναι στα πόδια μας. Εμπρός λοιπόν.

Για αρχή ένα βιετναμέζικο εστιατόριο. Μπορεί να είναι πρωί αλλά θα σκοτώναμε, κατά προτίμηση τους οικοδεσπότες μας, για κανονικό φαγητό. Δυο μεγάλα σνίτσελ έρχονται προς το μέρος μας. Θεωρητικά σήμερα το Βιετνάμ είναι ακόμα μια χώρα που οικοδομεί σοσιαλισμό και πρέπει να βρίσκεται στο όγδοο ή ένατο ή κάτι τέτοιο πεντάχρονο πλάνο. Πρακτικά δεν ξέρω τι γίνεται κι ο Σοφοκλής με αποτρέπει τελευταία στιγμή από το να ρωτήσω τον σύντροφο ιδιοκτήτη και μάγειρα του εστιατορίου (μεγάλα μουνόπανα οι αυτοαπασχολούμενοι, να ξέρετε). Δυστυχώς, δεν με αποτρέπει από το να ζητήσω νερό και λαμβάνω την απάντηση «Οφκόρς, ουάν γιούρο» κι έτσι, έχοντας χάσει αρκετές τρίχες από το κεφάλι μου, πληρώνω ένα ευρώ για μισό λίτρο νεράκι. Που είσαι Χο Τσι Μινχ  να δεις τα παιδιά σου. 

Τέλος πάντων, μετά από αυτά κάνουμε μια βόλτα στα μέρη που πήγαμε τις προάλλες μήπως και ξαναπετύχουμε τα κορίτσια, κάτι που –προφανώς- ήθελε περισσότερο ο Σοφοκλής απ’ ότι εγώ. Δεν έχουμε καμία τύχη φυσικά κι έχοντας πάρει φόρα απ’ το βιετναμέζικο, ψηνόμαστε να σπάσουμε τον κώδικα της μη κατανάλωσης αλκοολούχων νωρίς το πρωί με μία βότκα των 0,85€. Αλλά τελευταία στιγμή το σώζω, προτείνοντας φυσικό χυμό πορτοκάλι για να πατσίσω τη γουρουνιά μας με το σνίτσελ. Βρίσκουμε ένα ωραίο μέρος, στα ανατολικά της πόλης κάνα τέταρτο από το σπίτι μας και καθόμαστε και, Ω ΘΕΟΙ, είναι αλήθεια, βρίσκουμε ΦΡΑΠΕ. Προσφέρεται ως «Greek Coffee» κι είναι πράγματι greek γιατί είναι ο μοναδικός καφές μέχρι στιγμής σε ελληνική τιμή. Τρία ευρώ παρακαλώ. Παραγγέλνουμε δύο.

Όμως, τελικά, πούτσες μπλε. Ο καφές δεν είναι καφές, είναι ένα (ωραίο πάντως) γυάλινο ποτήρι γεμάτο μέχρι πάνω με ελαφρώς χτυπημένο γάλα με πάγο στο οποίο ατέχνως έχει προστεθεί λίγη καφεΐνη. Πίνεται. Πίνεται πιο ευχάριστα από τους περισσότερους καφέδες που έχουμε πιεί εδώ πέρα ή μάλλον από όλους, αλλά φραπές δεν είναι. Δεν το παίζω «Ελλάς-Ορθοδοξία-Ολυμπιακός-Φραπές», τουναντίον δεν βλέπω και πολύ μπάλα, αλλά στα μέρη μας ξέρουν από καφέ. Τέλος πάντων. Τον πίνουμε κυριολεκτικά και μεταφορικά και ζητάμε λογαριασμό, δηλαδή έξι ευρώ. Τίποτα τραγικό. Η παχουλοκομψή σερβιτόρα με ένα χαμόγελο μας ρωτά:

«Κας ορ κρέντιτ?»

Άλλο πάλι και αυτό. Απ’ ότι φαίνεται, δεν είναι αυτονόητο ότι τέτοια ποσά, δηλαδή κάτω από δέκα ευρώ τα πληρώνεις με μετρητά και κατά προτίμηση, με κέρματα. Έχουμε μια πιστωτική μαζί μας, είναι η αλήθεια, της μάνας μου, αλλά μόνο για ώρα ανάγκης καθώς πρέπει να βγουν λεφτά από εκεί για να πληρωθεί η επόμενη δόση του χειρουργείου που έκανε ο πατέρας μου. Πονεμένες ιστορίες μα τι τα θες. Απαντάμε λοιπόν «Κας θενκ γιου». Πληρώνουμε, αφήνουμε κι ένα ευρώ φιλοδώρημα για να μην σχολιαστεί και πολύ αρνητικά το ότι ήρθαν δυο «Γκρικς» να πάρουν «Γκρικ κόφι» και φεύγουμε. Αποφασίζουμε να κατασκηνώσουμε στην πάμπ μέχρι να σχολάσει η Μάγδα κι ο Αβραάμ, αλλά πρώτα θα κάνουμε μια μεγάλη βόλτα για να δούμε όσα περισσότερα αξιοθέατα μπορούμε. Με το τραμ, εννοείται, γιατί έχουμε πατήσει τα εικοσιπέντε πια και που κουράγιο για περπάτημα.

***
Δεν είδαμε και τίποτα τρομερά ενδιαφέρον στη διαδρομή μας, πλην ενός γοτθικού ναού κι ενός αντιφασιστικού μνημείου που στο πρώτο εγώ προσευχήθηκα και στο δεύτερο βγάλαμε φωτογραφίες μαζί με τον Σοφοκλή. Κατόπιν μιας που μεσημέριασε για τα καλά και περιμένουμε τη Μάγδα να έρθει να μας δει και να πάρει και τα κλειδιά ΤΗΣ απολαμβάνουμε, ακόμα κι εγώ, μια τοπική σλοβάκικη μπύρα. Μαύρη σαν τις ζωές μας, γλυκιά σαν τα φιλιά που μας εξασφάλισαν μια καλή θέση στη κόλαση, τι τα θες; Είμαστε στο δεύτερο γύρο και χαζογελάμε, σχολιάζοντας διάφορα συμβάντα της εκδρομής μας με το ηθικό μας αναπτερωμένο κάπως, όταν το τηλέφωνο του Σοφοκλή χτυπά. Απ’ ότι καταλαβαίνω, είναι ο Αβραάμ. Ακούω μόνο τι του απαντάει ο φίλος μου όμως.

«Ναι»
«Δηλαδή;»
«Μα…»
«Δεν καταλαβαίνω όμως…»
«Σε παρακαλώ εξήγ…» 
«Ποια φώτα;»
«Καλ…»

Και το τηλεφώνημα τελειώνει εκεί. Ο Σοφοκλής έχει ασπρίσει κάπως, πράγμα που για ένα μέλος, πρώην έστω, ενός ημιπαράνομου κόμματος στην Τουρκία είναι σπάνιο και κοιτάει ακόμα το κινητό του. Περιμένω να γυρίσει προς το μέρος μου αν και δεν περιμένω τίποτα καλό. Τον ενθαρρύνω.

«Ποιος ήταν ρε;» ρωτάω.
«Ποιος άλλος;»
«Ο ποιητής;» (έτσι αποκαλούσαμε τον Αβραάμ, λόγω μιας ποιητικής συλλογής που είχε κυκλοφορήσει μερικά χρόνια πριν, από τον εκδοτικό «ΧΡΥΣΟ ΓΕΝΟΣ» στην Αθήνα)
«Εμ! Φυσικά αυτός»
«Και τι ήθελε
; Γιατί είσαι έτσι μουτρωμένος;»
«Ρε τον άκουσα πολύ περίεργα στο τηλέφωνο»

Λες και ακούγεται και ποτέ φυσιολογικά ο συγκεκριμένος στο τηλέφωνο, στο ιντερνέτ ή σε οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της ομιλίας, των ταχυδρομικών περιστεριών και των σημάτων καπνού.

«Ε πες τα μου όλα αναλυτικά, μπας και βγάλουμε άκρη» του απάντησα
«Άρχισε να φωνάζει ότι είναι πολύ απογοητευμένος, ότι η Μάγδα δε θα έρθει…»
«0-1 για την Ελλάδα απέναντι στη Σλοβακία, ηρωικό γκολ εκτός έδρας», τον διέκοψα σχολιάζοντας τα καλά νέα, είχαμε απαλλαχθεί έστω από εκείνο το κακομούτσουνο Ναζιστόρκ.
«Μάλλον 5-1 περισσότερο», σχολίασε πικρόχολα ο Σοφοκλής, που δεν συνερχόταν με τίποτα από την ψυχρολουσία του τηλεφωνήματος και συνέχισε. «Έπειτα είπε κάτι για ανάμενα φώτα και να αγοράσουμε καθαριστικό τουαλέτας».
«Α…», σχολίασα αρχίζοντας να βγάζω κάποιο, ελάχιστο νόημα.
«Ναι», είπε κι ο Σοφοκλής, «Εμείς θα καθαρίσουμε λέει και θα έρθει να μας βρει στο σχόλασμα από τη δουλειά του, να μην κάνουμε ούτε βήμα από την παμπ λέει. Είπε κι άλλα, δεν τα κατάφερα να ξεχωρίσω τις λέξεις όμως».

Του έκανα ένα φιλικό πατ-πατ στον ώμο. Κανένας ποτέ δεν έβγαζε ΟΛΕΣ τις λέξεις που πέταγε ο Αβραάμ κι ο Σοφοκλής ήταν πολύ στεναχωρημένος εκείνη τη στιγμή για να του κάνω την οποιαδήποτε παρατήρηση. Έπρεπε όμως να το συζητήσουμε για να βγάλουμε κάποια άκρη.

 «Ωραία, ας τα βάλουμε κάτω» πρότεινα
«Εντάξει», συμφώνησε κι αυτός δειλά-δειλά
«Πρώτα απ’ όλα» του λέω, «Τι σου είπε ακριβώς για τα φώτα;»
«Δεν μου εξήγησε ή εγώ δεν κατάλαβα, αλλά νομίζω ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με δαύτα.»
«Και η Μάγδα είναι δηλαδή θυμωμένη μαζί μας για τα φώτα;»
«Όχι, για την τουαλέτα»
«Τι κάναμε στην τουαλέτα;»
«Δεν ξέρω. Πάντως πρέπει να αγοράσουμε καθαριστικό τουαλέτας και να του την καθαρίσουμε»
«ΘΑ ΤΟΥ ΑΓΟΡΑΣΩ ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥΑΛΕΤΑΣ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΤΟ ΔΩΣΩ ΝΑ ΤΟ ΠΙΕΙ ΤΟΥ ΓΑΜΗΜΕΝΟΥ», άρχισα να φωνάζω παθαίνοντας μια μικρή κρισούλα μέσα στην πάμπ αλλά μόνο εμείς μιλάγαμε ελληνικά εκεί πέρα. Άρα, τι κι αν έλεγα για καθαριστικά τουαλέτας, τι κι αν έλεγα πόσο ανώριμη κι αναίσθητη είναι η πρώην μου, το ίδιο τους έκανε. Συνήλθα όμως.


«Δε με έχουν ξαναπροσβάλει τόσο πολύ, ισχυρίζεται ότι χέσαμε στην τουαλέτα και δεν πατήσαμε καζανάκι;»
«Δεν το είπε αυτό επί λέξει, αλλά τι άλλο μπορεί να είναι;» είπε με ειλικρινή απορία ο Σοφοκλής.

Και σε αυτό το σημείο άρχισε μια παλαβή συζήτηση. Όποιος από τους θαμώνες ήξερε ελληνικά -που ευτυχώς μάλλον κανένας δεν ήξερε- είχε την ευκαιρία να θαυμάσει δυο Έλληνες, γύρω στα εικοσιπέντε, να κάθονται στα σοβαρά-σοβαρά σε ένα τραπέζι και να σημειώνουν σε ένα χαρτί σε πόσα δωμάτια του σπιτιού μπήκαν το πρωί κι αν άφησαν κάποιο φως ανοιχτό. Ο ένας επιτηρούσε τον άλλο αν έλεγε ψέματα. Κι ακόμα χειρότερα, όταν τέλειωσε η συζήτηση για τα φώτα, στο χαρτί άρχισαν να υπολογίζονται με μαθηματική ακρίβεια, πόσες φορές πήγε τουαλέτα ο καθένας, τι ακριβώς πήγε να κάνει κι αν τράβηξε καζανάκι. Επειδή η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή, οι δυο συνομιλητές δεσμεύτηκαν να πουν την αλήθεια και μόνο την αλήθεια και κατέληξαν ότι, στην χειρότερη να άφησαν δυο φώτα ανοιχτά και πως αν έγινε κάτι στο μπάνιο, αποκλείεται να ήταν κάτι ορατό στο γυμνό μάτι καθώς ήξεραν κι οι δύο ότι ο φίλος τους είναι ψυχασθενής και πρόσεχαν δέκα φορές παραπάνω απ’ ότι σπίτι τους. Η συζήτηση κράτησε κοντά δύο ώρες και κατέληξε σε ένα εύλογο συμπέρασμα.

«Μαζεύουμε τα πράγματα μας και φεύγουμε»
«Ναι»
«Πάμε τώρα κιόλας να κλείσουμε δωμάτιο»
«Έγινε»

Τώρα, βέβαια, αυτό μια κουβέντα ήταν. Αν δε φύγεις από το σπίτι του άλλου όταν είναι τελείως μαλάκας δεν έχεις αξιοπρέπεια, αλλά η αξιοπρέπεια έχει το κόστος της φυσικά. Αχ Σλοβακία. Δεν στα λέγαμε για τον καπιταλισμό; «Πώς θα πληρώσουμε το δωμάτιο Σοφοκλή;». «Έλα μου ντε», απαντάει αυτός. Βάζουμε κάτω ότι λεφτά μας έχουν μείνει και φτάνουν ή για δωμάτιο ή για φαγητό, νερό και λοιπές μετακινήσεις και βασικά έξοδα. «Θες να μη φάμε τίποτα για λίγο καιρό;», προτείνω. «Δυσκολάκι» μου απαντάει «Έχω ακούσει επίσης» του αναφέρω, «Ότι σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, πολλοί νέοι δοκιμάζουν να ζήσουν λίγο καιρό σαν άστεγοι». «Δεν μου φαίνεται ωραία ιδέα», λέει κι αυτός και ανακουφίζομαι, αφού από μέσα μου ήλπιζα να αρνηθεί. Ωραία, λοιπόν, μένουν δυο λύσεις. Ή βάζουμε το πουλί του Αβραάμ στο στόμα μας και το πιπιλάμε λέγοντας παράλληλα «Συγνώμη-συγνώμη, δε θα το ξανακάνουμε Άρχοντα! Πιθανότατα απλώς φαντάζεστε πράγματα, αλλά ακόμα και για αυτά συγνώμη» ή αλλιώς πάμε στην πιστωτική της μάνας μου. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Ότι ο χειρούργος θα πάρει μεθαύριο περίπου διακόσια ευρώ λιγότερα απ’ όσα υπολογίζει, η μάνα μου θα με σκοτώσει -και δικαίως-ενώ ο Σοφοκλής επίσης θα αναγκαστεί να μου χρωστάει τα μισά και να τα ζητήσει απ΄ τους γονείς του. Καθόλου ευχάριστο. Επιλέγουμε την πιστωτική όμως. Όχι άλλη πούτσα του Αβραάμ στο στόμα, όχι άλλος ψυχωτικός νεοναζισμός, σχεδόν πετάμε προς το ξενοδοχείο (ότι πιο φθηνό υπήρχε) και κλείνουμε ότι πιο σάπιο βρίσκουμε σε δίκλινο. Είναι όντως περίπου διακόσια ευρώ. Προσπαθούμε να το χωνέψουμε κάπως κι επιστρέφουμε στην παμπ. Εκεί αποφασίζουμε να περιμένουμε τον Αβραάμ και να δούμε τι θα μας πει. Ξέρουμε ότι μπορούμε να τον ξεχέσουμε απλά, αλλά πρώτον, φοβόμαστε γιατί παίζουμε τελείως εκτός έδρας, δεύτερον, έχουμε ειλικρινή περιέργεια για το τι θα ακούσουμε και τρίτον, ακόμα και τώρα δε θέλουμε να χαλάσουμε τελείως τις καρδιές μας. Καλοί μαλάκες και εμείς.

Καθόμαστε λοιπόν ξανά στην παμπ και περιμένουμε τον ‘’φίλο’’ μας, τον οποίο παρεμπιπτόντως θα χρειαστούμε για να πάρουμε τις βαλίτσες. Λίγη ώρα μετά φτάνει και επιδεικτικά φουσκώνει τα μπράτσα του μπροστά μας. «Ωχ Παναγιά μου και Χριστέ μου» λέω από μέσα μου. «Παραιτούμαι από κάθε μνησικακία κι εκδίκηση Θεούλη μου, πήγαινε με σπίτι μου» προσεύχομαι, αλλά δε γίνεται τίποτα. Ο Αβραάμ κάθεται στο τραπέζι μας.

«Επ! Τι γίνεται παίδες;» μας λέει εύθυμα. Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, αλλά εμείς το μυριζόμαστε.
«Καλά Αβραάμ, εσύ;» του λέω ήρεμα. «Ήθελες να μας μιλήσεις για κάτι;»
«Α, καλά μωρέ, σιγά, μια μικρή παρεξήγηση ήταν, δεν έγινε τίποτα»
«Στο τηλέφωνο πάντως», προσπαθώ να πιέσω κάπως, «Ακούστηκε σοβαρό»
«Ε βέβαια» λέει και ο Σοφοκλής, «Εδώ δεν ήθελε να έρθει να μας δει η Μάγδα»
«Επειδή ήταν κουρασμένη καλέ, όχι ότι έχει το οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί σας παιδιά. Πώς πιστέψατε κάτι τέτοιο;», λέει ο Αβραάμ και κάτι σπάει στη φωνή του καθώς μιλάει, σαν να τον πονάνε οι λέξεις που χρησιμοποιεί. Δεν θα έπειθε ούτε το ζόμπι του Τσάμπερλεν φυσικά.

«Μάλιστα», του λέω, «Και τι φάση με τις τουαλέτες και τα φώτα κι αυτά;»
«Α τίποτα μωρέ, σιγά»
«Ε, για πες μας να καταλάβουμε», πρεσάρει ασφυκτικά κι ο Σοφοκλής. Αλλά δύο σε έναν είναι φαουλάκι και μοιάζει να τσιμπήσαμε κόκκινη.
«Η ΜΑΓΔΑ ΓΥΡΙΣΕ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΒΡΗΚΕ ΟΛΑ ΤΑ ΦΩΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ. ΕΤΣΙ ΚΑΝΕΤΕ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ, ΡΕ ΡΕΜΑΛΙΑ; Ε; Ε; E;» ουρλιάζει τώρα ο Αβραάμ που αρκετά άντεξε τις διαπραγματεύσεις. «Δυο φώτα το πολύ Αβραάμ, όχι όλα, δεν μπήκαμε στα άλλα δωμάτια καν», εξηγούμε, αλλά δεν καταφέρνουμε τίποτα κι αυτός συνεχίζει στον ίδιο τόνο χτυπώντας με δύναμη τις γροθιές του στο τραπέζι:
«Η ΜΑΓΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ, ΣΑΝ ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΑΝΑΤΕ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ; ΘΕΛΑΤΕ ΝΑ ΜΕ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΤΕ; ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ; ΤΙ ΣΑΣ ΕΚΑΝΑ ΛΟΙΠΟΝ;
AΛΛΑ ΒΕΒΑΙΑ, ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ, ΟΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΥΝΩΜΟΤΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΡΙΞΟΥΝ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ. ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΟΙ ΑΥΛΙΚΟΙ ΗΤΑΝ ΠΟΥ ΕΡΙΧΝΑΝ ΤΙΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ. ΠΕΙΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΓΔΑ.»

Τι θέλω να του απαντήσω: Η Μάγδα δεν είναι σαν τη μάνα σου (που την έχω γνωρίσει και είναι καλή, ήρεμη κυρία). Είναι ένα νεοναζιστικό τέρας που παλιά χαπακωνόταν αβέρτα. Εκτός αν μας κρύβεις την ιστορία της μάνας σου.
Τι του απαντάω τελικά: Αβραάμ, ξέρεις, σε μερικές κουλτούρες το να αφήσεις ανοιχτά δύο φώτα, σίγουρα δε σε κάνει υποψήφιο για το νόμπελ ειρήνης, αλλά οπωσδήποτε δεν αποτελεί αφορμή έναρξης του παγκόσμιου πολέμου που ξεκινάς αυτή τη στιγμή. Νομίζω ότι παραφέρεσαι.
Τα λόγια μου φέρνουν ένα κάποιο αποτέλεσμα, έχει ξεσπάσει κι αυτός κι υποχωρεί κάπως. «Ναι, έχεις δίκιο», μου λέει. «Απλά είναι η πρώτη φορά που στήνω σπιτικό γιατί, ξέρεις, εγώ έχω πετύχει στη ζωή μου κι είναι λογικό να έχω κάποιο άγχος που να με κάνει υπερβολικό προς άτομα που ακόμα ζούνε με τη μάνα τους και τον πατέρα τους. Δεν έπρεπε να το τραβήξω τόσο, καλά μου είπες»

Καταλαβαίνω ότι είναι ότι πιο κοντά σε συγνώμη θα πάρω ποτέ και τη δέχομαι. «Εντάξει, φίλε μου», του λέω. «Και με την τουαλέτα τι έγινε;»
«Απλά», ξεκινάει, «Η Μάγδα μου είπε ότι γύρισε σπίτι, την είδε λερωμένη και φρίκαρε, δεν ξέρω τίποτα άλλο», μας λέει και γέρνει ξεθεωμένος στην καρέκλα. Σε αυτό το σημείο υποψιάζομαι ότι φταίει κάπως κι εκείνη η νεοναζίστρια σκρόφα. Το μαλακισμένο από εδώ έχει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, αλλά όντως δεν έχει προλάβει να πάει σπίτι του, άρα απλά έχει έρθει να μας μαλώσει γιατί τον μάλωσε η γκόμενα του. Θλιβερό, αλλά δεν μπορώ να το επισημάνω ως έχει, θα ήταν τρομερή έλλειψη τακτ εκ μέρους μου.

«Κοίτα να δεις Αβραάμ, το συζητήσαμε αναλυτικά, όσο δυσάρεστο κι αν ήταν με τον Σοφοκλή», ο οποίος στο μεταξύ σιγοντάρει τη συζήτηση δημιουργικά, «Και καταλήξαμε ότι και κάτι να έχει γίνει, ήταν ατύχημα και σίγουρα όχι τόσο μεγάλο που να δικαιολογεί την κατσάδα που ακούσαμε. Φοβάμαι πως δεν ταιριάζουμε στην συγκατοίκηση. Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε».

«Όχι ρε παιδιά»
«Και που θα πάτε ρε παιδιά»
«Μια κουβέντα είπα ρε παιδιά»
«Θα στεναχωρηθεί η Μάγδα ρε παιδιά»

«Μη το πάρεις προσωπικά βρε Αβραάμ μου, θα συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι, σε ένα συγκεκριμένο πράγμα δεν κολλάμε», του εξηγήσαμε υπομονετικά ξανά και ξανά. Έπειτα πήρε τηλέφωνο την Μάγδα και της τα είπε.
«Είναι πολύ στεναχωρημένη και μου είπε να μάθω στο εξής να προσέχω τους τρόπους μου»

Τι θέλω να πω: Να μας τσοντάρετε τα μισά λεφτά για το ξενοδοχείο δεν σου είπε, ε;
Τι λέω: Δε μου λες, βρε Αβραάμ, επειδή δεν ξέρουμε αν θα έχουμε να φάμε μέχρι να φύγουμε, μήπως να μας δίνατε εκείνα τα λεφτά από τότε με τη Νόνα που πληρώσαμε εμείς;

«Μα φυσικά,θα κεράσω καμιά μπύρα σε πρώτη ευκαιρία»
«Ευχαριστούμε για την καλοσύνη σας άρχοντα» του λέω και ΦΥΣΙΚΑ δεν πιάνει την ειρωνεία.

Φτάνουμε σπίτι τους να πάρουμε τα πράγματα μας. Εννοείται ότι η Μάγδα λυπήθηκε τόσο για την αναχώρηση μας. που μάζεψε σε δέκα λεπτά στρώματα και σκεπάσματα. Ελπίζω να καταφέρει να κοιμηθεί το βράδυ. Τέλος πάντων, λέμε να φάμε όλοι μαζί, ψωμί κι αλάτι, μάλιστα προθυμοποιείται η κοπέλα -σε μια ενδιαφέρουσα κίνηση καλοσύνης- να μας πλύνει τα ρούχα. Λέμε «Όχι ευχαριστώ».

Παρόλο που λέμε «Όχι ευχαριστώ», ο Αβραάμ σηκώνεται όρθιος και με βλοσυρό ύφος σχολιάζει: «Ναι να τα πλύνεις, αλλά» και γυρίζει προς το μέρος μας, «άμα έχετε κανένα λερωμένο εσώρουχο, αυτό θα είναι πρόβλημα». «Συγνώμη, δεν χέζετε εδώ μέσα;» τον ρωτάω. Γελάμε. Ωραία ατμόσφαιρα.  Αργότερα φεύγουμε για το ξενοδοχείο. Με τις βαλίτσες μας βοηθάει ο Αβραάμ, που θα έρθει μαζί μας για μια μπίρα. Εννοείται φυσικά πως δεν μας έδωσαν πίσω ούτε τον καφέ που τους αγοράσαμε.

***

Το βράδυ της μετακόμισης δεν έγινε και τίποτα εξαιρετικό, μια τυπική μπύρα σε ένα τυπικό μαγαζί. Αν εξαιρέσεις φυσικά έναν μεθυσμένο κωλόγερο που ήρθε και έπεσε πάνω μας. Δεν το έκανε ακριβώς επίτηδες, όχι μόνο γιατί ήταν μεθυσμένος, αλλά γιατί ήταν και τυφλός σχεδόν.

Προσπαθήσαμε να τον βοηθήσουμε φυσικά, γιατί ο Ιησούς λέει πως αν δεν τα κάνουμε για τους άλλους, είναι σαν να μην τα κάνουμε για Αυτόν. Αυτή είναι η δικιά μου λογική τουλάχιστον δεν ξέρω γιατί βοήθησαν οι υπόλοιποι. Πάντως, λίγο πριν βάλουμε τον καημένο τον άνθρωπο σε ένα ταξί, μια γριά μας κυνήγησε και άρχισε να μας φωνάζει να αφήσουμε το γέρο. Λίγο αργότερα ο Αβραάμ μας εξήγησε τι παίχτηκε. Η σκατόγρια ήταν η γυναίκα του και μας είπε «Να κοιτάτε τη δουλειά σας» και «Είναι μεθυσμένος και τυφλός ας πρόσεχε» και, γενικότερα, ήταν λαμπρό παράδειγμα ανθρώπου που αποδεικνύει πόσο σωστό είναι το ρητό «Οι καλοί πεθαίνουν νέοι». Δεν ξέρω πόσο ήταν ο μπάρμπας, αλλά αυτή είχε πατήσει τα ενενήντα.

Αλλά σήμερα επιτέλους θα περάσουμε πραγματικά καλά. Όχι ότι έχω παράπονο, τα πραγματικά προβλήματα θα έρθουν όταν γυρίσουμε Ελλάδα και πρέπει να εξηγήσουμε την απώλεια των χρημάτων, αλλά τουλάχιστον τώρα έχουμε απόλυτη ελευθερία κινήσεων  χωρίς νεοναζί πάνω από το κεφάλι μας. Και το κυριότερο. Σήμερα το βράδυ έχει τρελό παρτάκι λίγο έξω από τη Μπρατισλάβα, ο Αβραάμ λέει ότι είναι λίγο κόπος να πας αλλά θα τον ψήσουμε. Είναι και πέντε ευρώ είσοδος επίσης, αλλά προτιμώ να μην φάω, κάτι που είναι πολύ ρεαλιστικό να συμβεί όπως το πάμε, παρά να χάσω καλό παρτάκι με μπόλικο κόσμο στο μοναδικό μου Σάββατο στην καρδιά της δεσποινίδος Σλοβακίας.

Όσο για τον Σοφοκλή, το σκέφτεται λίγο παραπάνω από εμένα αλλά τελικά στην σκέψη ότι θα έχει πολλές, ωραίες και πιθανώς αρκετά μεθυσμένες για να του κάτσουν από μια ώρα και έπειτα γυναίκες, κάμπτεται κάθε αντίστασή του. Μπορεί να είμαστε ώριμοι εικοσιπεντάρηδες, αλλά φερόμαστε περισσότερο σαν παιδάκια σε πενθήμερη. Δηλαδή, από το πρωί ψάχνουμε να βρούμε που είναι ακριβώς το μέρος, τι παίζει από τιμές, τι κόσμος θα πάει (ζήτω το facebook!) και κάνουμε ηλίθιες συζητήσεις:

«Θα γαμήσουμε τίποτα;»
«Εσύ μπορεί, εγώ είμαι αφιερωμένος στην πίστη μου»
«Ρε σοβαρά τώρα, τα εννοείς αυτά που λες ή μας δουλεύεις όλους;»
«Δεν είναι θεολογικό το θέμα φίλε μου, απλά θέλω μεγαλύτερη πνευματικότητα στη ζωή μου», του απαντάω
«Δηλαδή θα έλεγες όχι σε μια 17χρονη, ας πούμε»
«Δε νομίζεις ότι υπάρχει κάτι το ανήθικο ακόμα και σε μια συναινετική σχέση μεταξύ μιας 17χρονης και ενός 25ρη;»
«Α εντάξει, πουλάς τρελίτσα με το κιλό. Διονύση ξανάρχισε τα ναρκωτικά! Σήμερα στο πάρτι είναι η ευκαιρία σου»
«Γιατί παίρνουν ναρκωτικά αυτοί οι φλώροι οι Σλοβάκοι;»
«Δεν έχω ιδέα, θα μάθουμε πάντως» μου είπε ο φίλος μου.

Κατά τα άλλα λεφτά είχαμε λίγα, πήραμε ακόμα λιγότερα γιατί δεν τα ξέραμε και τόσο καλά τα μέρη. Ο Σοφοκλής ντύθηκε αξιοπρεπώς, εγώ θα ντυνόμουν επίσης αξιοπρεπώς αν δεν είχε μείνει λίγο οδοντόκρεμα πάνω στο πουκάμισο που φόρεσα την οποία ανακάλυψα αφού φτάσαμε στο κλαμπ, το οποίο ήταν χτισμένο μέσα σε παλιό σοβιετικό καταφύγιο προορισμένο για πυρηνικό πόλεμο. Όταν λέμε παίζω εντός έδρας, παίζω εντός έδρας. Πληρώνουμε είσοδο εγώ, ο Αβραάμ και ο Σοφοκλής και μπαίνουμε.

Τσακ! Κάτι μου έριξαν στο ποτό, δεν γίνεται. Α, βασικά δεν έχω πιεί τίποτα ακόμα. Ναι, βλέπω μια χαρά.

Μπροστά μας λοιπόν στο μαγαζί, υπό ήχους καθαρά ηλεκτρονικής αλλά ευχάριστης μουσικής, κάνει παρέλαση όλη η νεολαία της Σλοβακίας ντυμένη στα πιο παρδαλά χρώματα. Ο μόνος στο μαγαζί που φοράει ένα χρώμα είμαι εγώ, ο μόνος στο μαγαζί που φοράει μαύρο χρώμα είμαι εγώ. Φυσικά δε νιώθω άσχημα, αυτοί είναι καθυστερημένοι που υιοθέτησαν ότι μαλακία τους πέταξαν από την Αμερική, εγώ τουλάχιστον υιοθέτησα ότι μαλακία μου πέταξαν τα Εξάρχεια.

Καθόμαστε πίνουμε μία, πίνουμε δύο και τρεις μπυρίτσες και χορεύουμε. Έχω ενάμιση μήνα που πίνω αντικαταθλιπτικά κι έχουν αρχίσει να κάνουν δουλειά. Εκπροσωπώ την Ελλάδα επάξια στο χορό ή, τέλος πάντων, την παρέα μας. Ένας τύπος μας πλησιάζει και μας λέει: «Γιού γουόντ έκστασι?». Δε θέλω τις μαλακίες του, αυτά μας έλειπαν τώρα, αλλά θέλω να μάθω περισσότερα για το πώς βλέπουν τα ναρκωτικά σε αυτά τα μέρη. «Σο γίου τέικ εκστάσι χίαρ?», τον ρωτάω κι ο τύπος γελάει. Με χτυπάει στον ώμο, πετώντας ένα συγκαταβατικό «Γιού γιούζ του ματς μάι φρεντ» και φεύγει. Κοιτάω πιο προσεχτικά γύρω, είναι προφανές πως πάνω από τους μισούς είναι χαπακωμένοι του κερατά κι απορώ πως δεν μου έκοψε. Είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα μόνο, δεν πίνουν πολύ αλκοόλ και χορεύουν πωρωμένα μεν σαν ζόμπι δε. Καημένη Ευρώπη, δουλειά τις καθημερινές, ναρκωτικά το Σάββατο, κάποτε θα σου κάνουν υποχρέωση και τα ναρκωτικά και να δω πώς θα διασκεδάζεις τότε. Τέλος πάντων, δεν με πιάνει μελαγχολία, περνάμε υπέροχα άλλωστε και χτυπάμε κι από ένα ουίσκι. Τσακ! Ένα χέρι με τραβάει από τον ώμο.

«Ρε κοίτα εκεί», μου λέει ο Σοφοκλης και με στρέφει προς τα εκεί που κοιτάει κι ο ίδιος.
«Ωχ! Ναι, δίκιο έχεις», απαντάω με λίγο παραπάνω ενθουσιασμό απ’ ότι συνηθίζω λόγω αλκοόλ. Στο βάθος μπροστά μας είναι οι δύο τύπισσες, η ξανθιά κι η μελαχρινή που γνωρίσαμε λίγες μέρες πριν. Είναι η στιγμή για μια δεύτερη ευκαιρία για μένα και μια δεύτερη γεύση για τον Σοφοκλή; Φυσικά και ναι. Ψέλνω στα γρήγορα μια σύνοψη του Ακάθιστου Ύμνου από μέσα μου (δεν τον ξέρω όλο έτσι κι αλλιώς) και βουρ για τα κοριτσάκια. Αυτή τη φορά μιλάω εγώ στην αρχή, απ’ ότι φαίνεται φέρνει γούρι.

«Χελ…» ξεκινάω ΚΑΙ ΝΑΙ, μοιάζουν να χαίρονται που μας βλέπουν.
«…λόου γκερλζ!» λέει ο Αβραάμ που πετάγεται σα νυφίτσα μπροστά μας «Μέι άι μπόροου μάι φριέντς?». Τι να πουν κι οι κοπέλες, απαντάνε «Οφ κορς».

«ΤΙ-ΣΤΟΝ-ΠΟΥΤΣΟ-ΘΕΛΕΙΣ-ΑΒΡΑΑΜ», τον ρωτάω αρκετά εκνευρισμένος καθώς σκέφτομαι πως, στα αλήθεια αυτό το κοριτσάκι με τα μελαχρινά μαλλιά δεν είναι κατάλληλο μόνο για σεξουαλικές περιπτύξεις, αλλά έχει και μια γλυκύτητα εξαίσια, ότι πρέπει για έναν βασανισμένο Χριστιανό που αναζητά την Εδέμ στον κυνικό αυτό κόσμο. «ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΧΕΙΣ ΓΑΜΗΣΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΟ ΘΕΜΑ;», του ξαναλέω.
«Μη φρικάρεις, από πότε την πέφτεις άλλωστε εσύ σε κοπέλες;» μου απαντάει αναιδέστατα ο ξανθομπάμπουρας που έχω για φίλο ή μάλλον είχα.
«Εδώ που τα λέμε, το έχω κι εγώ μια απορία αυτό» πετάγεται ο Σοφοκλής. Α, δεν πάμε με τα καλά μας. Προσπαθώ να ηρεμήσω.

«Τέλος πάντως, τέλος πάντων», λέω κατευναστικά για να μην αρχίσω να ουρλιάζω. «Ορίστε Αβραάμ, είμαστε όλοι αυτιά»
«Λοιπόν το πάρτι εδώ είναι τελείως βαρετό, γεμάτο ξενόφερτα έθιμα, τι θα λέγατε να την κάνουμε από εδώ και να πάμε σε κάτι πολύ πιο γαμάτο;» 
Κοιταζόμαστε μεταξύ μας με το Σοφοκλή. Δε θέλουμε να φύγουμε. Κι αν θέλαμε, δεν θα το κάναμε για να πάμε σε κάτι που το προτείνει ο Αβραάμ.
«Νομίζουμε ότι είναι μια χαρά και εδώ» λέμε.
«Καλώς, δεν σας πιέζω» μας απαντάει. «Την κάνω, γεια σας, ελπίζω να απομνημονεύσατε τη διαδρομή για το γυρισμό» λέει και μας κλείνει το μάτι.

Κοιταζόμαστε πάλι. Πρακτικά αδύνατον να θυμόμαστε κάτι τέτοιο. «Ρε το κάθαρμα» σκέφτομαι. Έχουμε ένα Σάββατο στην πόλη του και δεν έχει το φιλότιμο να βγάλει έξω, έστω μέχρι τις τρεις, τους καλεσμένους του, χώρια τα άλλα που μας έκανε, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή εδώ που φτάσαμε

«Εντάξει» του λέμε κι οι δύο με πίκρα
«Μόνο που» προσθέτει χαιρέκακα «Η συμμετοχή κοστίζει δέκα ευρώ ο καθένας. Τα δίνετε σε εμένα φυσικά». Τέλεια! Αυτά είναι όσα λεφτά έχουμε πάνω μας. Του τα δίνουμε. Α, ρε καθάρματα Σλοβάκοι, δεν θα έρθει ο Πούτιν από εδώ; Εθελοντής θα γραφτώ πρώτος λέμε.

***

Κανά τέταρτο μετά είμαστε στη μέση ενός δάσους που δεν έχουμε ξαναβρεθεί ποτέ και περιμένουμε κάτι, άγνωστο τι. Καθώς κρυώνουμε και καθώς η διάθεση μας δεν είναι κι η καλύτερη δυνατή, δεν αργούμε να φτιάξουμε διάφορα σενάρια με το μυαλό μας όπως για παράδειγμα πως ο Αβραάμ, για να βγάζει ένα επιπλέον εισόδημα, άνοιξε εκτροφείο για αρκούδες και μας έφερε εδώ για να μας ταΐσει σε αυτά τα γλυκούλικα κτήνη, επειδή οι κανονικές τροφές είναι πανάκριβες. Αναρωτιέμαι όλα αυτά τα βασανιστικά λεπτά που περνάμε στο δάσος αν ο Θεός με τιμωρεί για κάτι κακό που έκανα. Πράγματι, έκανα πολλά κακά πράγματα τα τελευταία χρόνια, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς ρε Θεέ, εδώ βλέπεις ότι το κάθε φιλοχρήματο βαμπίρ πάει και καταστρέφει ένα δάσος για να πουλήσει ξυλεία ή παίζει στο χρηματιστήριο με την τιμή του σιταριού κάνοντας ολόκληρες χώρες να λιμοκτονήσουν. Είμαστε σοβαροί τώρα; Εγώ φταίω δηλαδή;

Τέλος πάντων, το σενάριο με τις αρκούδες ευτυχώς διαψεύδεται. Αντίθετα, απ’ όλα τα μέρη του δάσους, ξεπροβάλουν μηχανές με ανοιχτά τα φώτα και πάνω τους καβαλικεύουν κάτι γυμνασμένοι μηχανόβιοι συμμορίτες που βρωμάνε αγριάδα και το δείχνουν. Σταματάνε λίγα εκατοστά πριν το μέρος μας και κατεβαίνουν. Χαιρετάνε εγκάρδια τον Αβραάμ ενώ μαζί τους είναι και η Μάγδα. Απέναντι μας μοιάζουν καχύποπτοι αλλά όχι εχθρικοί. Ρωτάνε για εμάς στα σλοβάκικα και το καταλαβαίνουμε γιατί μας δείχνουν με τα χέρια τους. Ελπίζουμε να πει μια καλή κουβέντα αλλιώς μπορεί και να επιβεβαιωθεί το σενάριο με τις αρκούδες. Ο πιο γέρος και πιο γυμνασμένος από τους μηχανόβιους που έχει μακρύ γκρι μαλλί και φοράει  γυαλιά μυωπίας σαν τα δικά μου, καθώς και δερμάτινο μπουφάν με πλησιάζει. Με σκανάρει από πάνω ως κάτω κι αφού θεωρεί ότι είμαι εντάξει, μου προσφέρει το χέρι του.

«Σο, κορμαντς?» με ρωτάει σε φιλικό τόνο.

«Απίστευτο!» σκέφτομαι. Τέτοια αποβράσματα και να είναι κομμουνιστές; Τέλος πάντων, δεν πρέπει να απορρίπτουμε ούτε να κρίνουμε κανέναν. Του δίνω το χέρι μου.
«Κόμραντς!» απαντάω και για μένα και για το Σοφοκλή κι ανταλλάσουμε μια σφιχτή, πολύ σφιχτή, υπερβολικά σφιχτή αλλά εγκάρδια χειραψία. Ύστερα προσέχω ένα τατουάζ που έχει στον δεξί καρπό του. Πολύ σκοτάδι κι η όραση μου έχει χειροτερέψει αλλά από εδώ το βγάζω μια χαρά. Χμ, ναι, είναι ξεκάθαρα μια σβάστικα και δίπλα η σημαία της Σλοβακίας.
«Τέλεια» ψιθυρίζω.

Οι τύποι κατευθύνονται προς τις μηχανές. Ο Αβραάμ έρχεται προς το μέρος μας.
«Το ήξερα ότι θα τα πάτε καλά με αυτόν, είναι συγγραφέας σαν και εσένα»
«Α ναιιιιι;», λέω τραυλίζοντας. «Τιιιιιι εεεεέχει γραααάψει;»
«Ουυυ αρκετά, νομίζω τα καλύτερα του είναι το ‘’Ο δρόμος για την κάθαρση’’ και το ‘’Ισχυρή Σλοβακία’’ που, αν και πολύ μετριοπαθές, αγαπήθηκε πολύ απ’ το κοινό»
«Δεν ακούγονται πολύ λογοτεχνικά ρε Αβραάμ», του λέω.
«Υπάρχει τίποτα πιο ποιητικό από το να καθαρίζεις το έθνος από τους προδότες;» λέει ο Αβραάμ όχι σαν ερώτηση μα σα διαπίστωση. Τέτοιες ώρες είναι να ανοίγεις συζήτηση για την ποίηση και το έθνος; Κάνεις μόκο κι ελπίζεις να ξεμπερδεύεις γρήγορα.

«Εμπρός λοιπόν, καβαλικεύστε και εσείς από ένα σιδερένιο άτι» μας λέει ο φίλος μας. Αργούμε φυσικά να το πιάσουμε, αλλά εννοεί τις μηχανές. Εγώ πάω μαζί με τον αρχηγό -αφού γίναμε και ‘’φιλαράκια’’-, ο Αβραάμ φυσικά με τη Μάγδα που έχει τη δικιά της μηχανή, ενώ ο Σοφοκλής φιλοξενείται από έναν ‘’σύντροφο’’ που του συστήνουν και πρέπει να είναι Τούρκος και να ανήκει στους γκρίζους λύκους, ένα ακροδεξιό κόμμα της Τουρκίας.

Ο αρχηγός ουρλιάζει κάτι στα σλοβάκικα κι ο Αβραάμ, που είναι σχετικά κοντά μου μεταφράζει ή λέει τα δικά του, δεν έχει και πολύ σημασία, πάντως ουρλιάζει «ΕΜΠΡΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΞΑ» κι οι μηχανές ξεκινάνε. Το έδαφος είναι φυσικά ανώμαλο κι εγώ δεν είμαι συνηθισμένος ούτε σε μηχανές ούτε σε τέτοιες καταστάσεις. Στο δεκάλεπτο έχω ξεράσει δυο φορές, αλλά, ευτυχώς για μένα, ούτε μία πάνω στον Αρχηγό. Το στομάχι μου όμως δε διακινδυνεύει να μου βγει από την μύτη γιατί λίγο μετά σταματάμε. Βρισκόμαστε τώρα στα όρια του δάσους. Ο αρχηγός μιλάει στους μηχανόβιους συμμορίτες έντονα και γρήγορα για κάτι. Καταλαβαίνω ότι εξηγεί, προπαγανδίζει και δίνει εντολές, αλλά δεν καταλαβαίνω προφανώς το θέμα. Όλοι κατεβαίνουν ωστόσο και μπαίνουν σε παράταξη.

«Αβραάμ, τι συμβαίνει;» τον ρωτάω
«Σσσς, θα τα πούμε μετά» μου απαντάει, χωρίς καν να γυρίσει να με κοιτάξει.
«ΓΚΕΤ ΙΝ ΛΑΙΝ», φωνάζει ο αρχηγός σε μένα και τον Σοφοκλή. Μπαίνουμε. Κάνε κι αλλιώς αν μπορείς. Ο Αβραάμ μας κοιτά σαν να του χέσαμε πάλι την τουαλέτα ή ακόμα χειρότερα, να του αφήσαμε ανοιχτά τα φώτα. Ο αρχηγός μιλάει για περίπου ένα τέταρτο στους ‘’φαντάρους’’ του στα σλοβάκικα. Στο τέλος, προς μεγάλη μας έκπληξη, προχωράει προς κάτι θάμνους και τραβάει από το βάθος τους δυο μεγάλα σιδερένια κουτιά, σκουριασμένα επιμελώς για να μην τραβάνε την προσοχή.

Οι μηχανόβιοι νεοναζί κι ο Αβραάμ, που μάλλον είναι νεοναζί αλλά μηχανόβιος δεν είναι σίγουρα, σχηματίζουν ουρά μπροστά από τα κουτιά. Ο αρχηγός τα ανοίγει και δίνει στον καθένα από ένα σιδερένιο λοστό. Δεν καταλαβαίνω γιατί τόσο μυστικότητα για ένα σχετικά ασήμαντο όπλο. Έπειτα, γυρίζει στον Αβραάμ και του λέει δείχνοντας μας: «ΕΞΠΛΕΙΝ ΔΕΜ».

Βρήκε άνθρωπο να μας διαφωτίσει κι αυτός. Ψήνομαι για λίγο να γίνω όντως ναζί και να πω στον αρχηγό για τον κομμουνιστικό παρελθόν του Αβραάμ, αλλά τελικά βγάζω το σκασμό.

Ο Αβραάμ μας πλησιάζει. Μοιάζει λίγο ντροπιασμένος. Φοβόμαστε πάρα πολύ για να του σπάσουμε το κεφάλι στα δύο, όπως προφανώς του αξίζει και θα έπρεπε να κάνουμε. «Ε, τώρα», μας λέει, «Θα κάνουμε έναν κύκλο εδώ τριγύρω για να δείξουμε πυγμή και θα γυρίσουμε σπίτια μας. Εντάξει;». Πολύ καλό για να είναι αληθινό, έχω αρχίσει να προτιμώ το σενάριο με τις αρκούδες. «Είσαι σίγουρος, απολύτως σίγουρος Αβραάμ;», τον ρωτάω. «Μα φυσικά», απαντάει και κάνει το σήμα της νίκης στον αρχηγό που προφανώς τον ρωτάει από μακριά αν μας εξήγησε. Ξανανεβαίνουμε στις μηχανές. Πάλι το ίδιο σκηνικό.

«ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ»

Αντί για κύκλο εδώ τριγύρω βέβαια, μπαίνουμε σε ένα μικρό χωριουδάκι που έχει τη σημαία του ΟΗΕ, όχι ότι με νοιάζει και πολύ για τον ΟΗΕ αλλά οι κάτοικοι τι μας φταίνε; Κάνω τον τρίτο μου εμετό, ενώ δίπλα μου έχω για παρέα ένα μέλος των γκρίζων λύκων κι από πίσω του τον Σοφοκλή να ξερνάει για πρώτη μάλλον φορά.

«ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ;» τον ρωτάω φωνάζοντας για να με ακούσει.
«ΣΚΑΤΑ ΡΕ ΣΚΑΤΑ ΟΛΑ ΔΕΣ ΤΙΣ ΤΑΜΠΕΛΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ» μου απαντάει και προσέχω ότι κλαίει. Ποιες
ταμπέλες; Γυρίζω από την άλλη και τις βλέπω.

PROPERTY OF UNITED NATIONS
SYRIAN REFUGES SETTLEMENT

«Α, το μουνί…», είναι το μόνο σχόλιο που προλαβαίνω να κάνω πριν αρχίσει ο χαμός. Τα νεοναζί φρίκουλα κάνουν κανονικό πογκρόμ στο μικρό χωριουδάκι που μένουν Σύριοι πρόσφυγες του εμφυλίου και το μόνο που αποτρέπει μια επικών διαστάσεων καταστροφή, είναι το γεγονός ότι το μέρος εδώ δεν φαίνεται να έχει πάνω από εκατό, το πολύ διακόσιους, μόνιμους κατοίκους. Είναι βράδυ επίσης και ευτυχώς οι φασίστες δε βρίσκουν εύκολα κόσμο στο δρόμο. Περισσότερο ξεσπάνε σε σπίτια, που τους πετάνε κάτι σα μολότοφ που είτε δε σκάνε καν είτε αστοχούν κωμικοτραγικά, ενώ ξεσπάνε και σε κτήρια του ΟΗΕ ή σε κυβερνητικά (η κυβέρνηση άλλωστε φταίει, αφού έδωσε αυτά τα σπίτια στους πρόσφυγες σωστά;). Εγώ κι ο Σοφοκλής κατά κύριο λόγο προσπαθούμε να μην σκοτωθούμε σε καμιά απότομη στροφή και περιμένουμε απλά να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης στον οποίο πέσαμε. Μια νεαρή υπάλληλος του ΟΗΕ τρώει μια γερή με το λοστό στο λαιμό της από τη Μάγδα και πέφτει κάτω, τρέχουν να τη βοηθήσουν μια ομάδα από νεαρούς πρόσφυγες αλλά οι Ναζί ορμάνε και σε αυτούς. Στην πραγματικότητα είναι η μοναδική ομάδα Σύριων που καταφέρνουν να βρουν εκτεθειμένη ή απροστάτευτη και ορμάνε πάνω τους.

Προσπαθώ να μη βλέπω αλλά δε γίνεται. Νοιώθω τύψεις, επειδή, θέλοντας και μη, οι άνθρωποι εδώ θεωρούν κι εμάς τμήμα αυτών που τους επιτίθενται. Ο κύριος λόγος για τις ενοχές μου όμως είναι ότι απλούστατα, έπρεπε να είχαμε κάνει τηγανητό τον Αβραάμ πολύ νωρίτερα. Ευτυχώς, όταν ηρεμεί λίγο η κατάσταση, δεν υπάρχουν ούτε νεκροί ούτε βαριά τραυματίες. Υπάρχουν όμως αιχμάλωτοι… Τα γαμημένα φασισταριά κρατάνε μερικούς Σύριους και δεν τους αφήνουν να φύγουν. Οι μηχανές έχουν σταματήσει. Κατεβαίνω. Μια προσπάθεια αξίζει τον κόπο. Πάω στον Αβραάμ.

«Ρε ηλίθιο σκουπίδι, ό,τι και να σου πω είναι λίγο, τουλάχιστον αφήστε τους ανθρώπους. Έλα κάνατε την αρρωστίλα σας, τέλος»
Με κοιτάζει σαν παιδάκι που το μάλωσε η δασκάλα του, αλλά είναι η μαμά του που έχει την εξουσία.
«Δεν είναι και στο χέρι μου ακριβώς» μου απαντάει.

Φεύγουμε. Ούτε που ξέρουμε για πού μας τραβάνε, προσπαθούμε να ανταλλάξουμε μια κουβέντα με τους Σύριους αλλά και να ξέρουν αγγλικά δεν μας μιλάνε. Καθόλου περίεργο. Φτάνουμε σε μια ερημική άκρη του Δούναβη. Κι ο αρχηγός γαβγίζει πάλι διαταγές. Δεν χρειάζεται να ξέρεις σλοβάκικα αυτή τη φορά. Με συνοπτικές διαδικασίες τους δένουν και τους πετάνε. Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που δεν ακούει το «ΠΛΑΦ» αλλά όποιος χαίρεται -είτε που το ακούει, είτε που δεν το ακούει- δεν είναι άνθρωπος.

Κοιτάω χωρίς να βγάζω άχνα τον Αβραάμ.
«Λίγο μετά βγαίνουν στην ακτή και γυρίζουν στο χωριό, κανείς τους δεν πνίγεται.» απαντάει αδιάφορα.

Μας αφήνουν με τις μηχανές τους σε έναν κεντρικό δρόμο. Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Φεύγουμε μεθαύριο έτσι κι αλλιώς. Διπλοκλειδώνουμε και δεν υπάρχει προσευχή που δεν θα κάνω απόψε, αν και, ακόμα κι αν ήμουν σίγουρος για την ύπαρξη του Θεού, υποψιάζιαζομαι πως και πάλι δε θα έφτανε.

Την άλλη μέρα δεν απαντήσαμε σε κανένα από τα τηλεφωνήματα του Αβραάμ, αλλά, καθώς περπατάγαμε το απόγευμα κοντά στη συνηθισμένη μας πια παμπ της  Μπρατισλάβας , αισθανθήκαμε ένα χέρι να μας τραβάει προς τα πίσω με δύναμη. Δεν ξέρω πως ένιωσε ο Σοφοκλής, πάντως εγώ τα θυμήθηκα τότε όλα από την αρχή. Από το πρωινό που δεν είχαμε ποτέ, το κλείδωμα στο σπίτι και την υποτιθέμενη συνωμοσία μας με τα φώτα που αφήσαμε ανοιχτά, μέχρι την κακόμοιρη την κοπέλα με τον σπασμένο λαιμό και τους δεμένους χειροπόδαρα και πεταμένους στον Δούναβη πρόσφυγες. Χαζές συγκρίσεις, αληθινές συνδέσεις. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Γυρίσαμε να δούμε ποιος ήταν. Και νιώσαμε μια δυνατή μπουνιά να μας σπάει τα μούτρα. Πέσαμε στο πεζοδρόμιο, ή μάλλον σωριαστήκαμε.

Προλάβαμε να διακρίνουμε τη μορφή της Μάγδας.  «Αυτό για να μάθετε να μην σηκώνετε το τηλέφωνο στον Αβραάμ» μας είπε κι έφυγε. Λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες μετά φύγαμε και εμείς. Οριστικά. Προλάβαμε να πετύχουμε ωστόσο, τον Βέλγο που είχα γνωρίσει στο αεροπλάνο. Ακόμα μαστουρωμένος ήταν. Καλό παιδί, ζει το δικό του ταξίδι στην άκρη της νύχτας όπως το ζει και πάρα πολύς κόσμος ακόμα, ασχέτως τι και αν πίνει. Μας είπε να μείνουμε κι άλλο. Φύγαμε.

Και δε θα γυρίσουμε ποτέ ξανά. Προτιμάμε την Ελλάδα. Είναι σκατά σίγουρα. Αλλά τουλάχιστον στην Ελλάδα αυτός που φοβάται να μιλήσει, για την ώρα τουλάχιστον, είναι περισσότερο αυτός που θέλει να πει «ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ» παρά το αντίθετο. Και έτσι πρέπει να μείνουν τα πράγματα.

Αθήνα, Μάρτης του 2017
Διονύσης Ρακόπουλος
Σοφοκλής Μοσχάρ 



geia

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017


Αποτέλεσμα εικόνας για slovakia cartoon


Συγγραφέας: Δυστυχώς η ζωή, εντάξει και με λίγη βοήθεια απ' τον κύριο Φώντα
Επιμέλεια: Ο αγαπητός Αλέξανδρος Οικονομίδης, που ήταν και πολύ καλή παρέα στο ταξίδι.
Καταστροφή Επιμέλειας: Blogger-Blogspot, όπως θέλετε πείτε το
Trigger warnings: Αναφορές σε βία, ναρκωτικά, φασισμό κλπ








Μέρος Δεύτερο (Το καλύτερο): http://successfulattempt.blogspot.gr/2017/03/blog-post_13.html

Ε, καλά τώρα ρε γατί, τι τα θες, περίεργες ιστορίες. Με λένε Διονύση Ρακόπουλο. Τρέχω από το 1989 σε αυτόν τον πλανήτη ή έστω, ελλείψει χρημάτων, σε αυτή την βρωμοχώρα. Τύπωσα κάτι ποιητικές συλλογές, ένα διήγημα και ελπίζω να γίνει κάτι και με αυτό το μυθιστόρημα που έχω στο συρτάρι. Ναι, εκείνο το «Η Αλίκη στην χώρα των ανιάτων» που έγραψα όταν έπινα ακόμα εκείνες τις σκόνες που πήραμε ως αμοιβή για τη δουλειά κάναμε για την αφεντικίνα και το μπράβο της. Κόντεψαν να σκοτώσουν προς το τέλος εμάς, όμως, αυτές οι μαλακίες. Αμοιβή σου λέει μετά. Μη με παρεξηγείς, ρε γατί. Στηρίζω όσο ο οποιοσδήποτε το να σταματήσει η παράνοια του να τραβάς ανήλικα στην ασφάλεια για κατοχή, αλλά προτιμώ επίσης να βλέπω τους θανάτους από OD στην τηλεόραση και στα βιβλία για το προσεχές μέλλον, παρά να πηγαίνω σε κηδείες φίλων. Στο άμεσο παρόν, διακοπές. Αφήνω πίσω τα τραβήγματα στα νοσοκομεία, σε ογκολόγους και ψυχιάτρους και εμπρός για τη μαγευτική Σλοβακία, όπου θα μας φιλοξενήσει ο φίλος Αβραάμ. Καλό παιδί, πάντα λίγο περίεργος, με κάτι “ιδιαίτερες” εθνικιστικές εμμονές, αρρωστοφοβίες καθώς και μια κάποια έντονη τσιγκουνιά. Μπορώ να πω πάντως πως τα χρόνια του στην ΚΝΕ τον συμμάζεψαν και όταν πια μετακόμισε μόνιμα στην Μπρατισλάβα με την κοπέλα του, μας κάλεσε, εμένα και έναν φίλο μου, τον Σοφοκλή, να τον επισκεφτούμε. Στην υγεία μου είμαι σχεδόν καλά πλέον, καθαρός σαν δωμάτιο περασμένο με χλωρίνη. Φθηνή χλωρίνη…

***
Τουρτούριζα σαν καμήλα της Αφρικής κλεισμένη σε ζωολογικό κήπο της Σιβηρίας, κι ας είχανε βάλει αυτοί οι μαλάκες της Ryanair στο τέρμα τη θέρμανση. Χα! Ας έκαναν κι αλλιώς. Δε φτάνει που μας είχαν χρεώσει πενήντα ευρώ παραπάνω, επειδή η  βαλίτσα του φίλου μου ξεπερνούσε κατά τρία ολόκληρα κιλά το επιτρεπτό όριο, φαντάζεσαι να μας άφηναν και στο κρύο; Αν και τώρα που το σκέφτομαι, τέτοιοι γύφτοι που είναι, ικανούς τους έχω να σου χρεώσουν ξεχωριστά κάθε κιλoskato –ή όπως λέγεται η μονάδα της θερμότητας στη φυσική, που καίνε κατά τη διάρκεια της πτήσης. Μα την Παναγία, όταν ο καπιταλισμός καταστρέψει πάνω στην μανιοκαταθλιπτική απληστία του, την οποία αποκαλεί «μπιζνες», και τον υπόλοιπο πλανήτη, προβλέπω δύο πράγματα: Πρώτον ότι η Ryanair θα συνεχίσει να υπάρχει και δεύτερον, ότι κατά τη διάρκεια πτήσης θα σε ενημερώνουν από το μικρόφωνο, μήπως τώρα που πετάς για τη διπλανή ήπειρο θες κάνα νέο συκωτάκι που πήραμε σε τιμή ευκαιρίας από μια φυλακή ανηλίκων στο Μεξικό. Και θα περνάει το καροτσάκι με τα νεφρά, τα συκώτια, τις καρδιές, κάποιοι λίγοι θα παραγγέλνουν και οι περισσότεροι θα σχολιάζουν αποδοκιμαστικά:

«Too expensive!»

Τέλος πάντων είχα νεύρα παρόλο που πήγαινα μαζί με τον ελληνοτούρκο φίλο μου, Σοφοκλής Μοσχάρ στο όνομα και ένδοξο μέλος (δηλαδή πρώην) του εργατικού κόμματος Τουρκίας, μια βδομάδα διακοπές στη Σλοβακία με σκοπό να την αράξω στον καναπέ του φίλου που είχα σε αυτά τα μέρη, του Αβραάμ. Από εκεί και πέρα μόνο
YOLO, δηλαδή ξεκούραση και προσευχή. Είχαμε δρόμο ακόμα μπροστά μας όμως και για την ώρα έτρεμα από το κρύο μεν, έσταζα απ’ τον ιδρώτα δε. Σκατά φάση, αλλά τις προηγούμενες μέρες ήμουν πολύ χειρότερα, η τωρινή ταλαιπωρία δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα είχα περάσει τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα. 

«Εξκσιούζ μι σερ αρ γιου οκέι?»

Γυρίζω και βλέπω ένα παιδάκι, δηλαδή κάπου στα δεκαεννιά, ξανθούλης, λευκός σαν το γάλα να μου γνέφει. Τι θέλει τώρα αυτή η μικρή πουστρίτσα; Του κατέσχεσαν το στραπ-ον στον έλεγχο; Είμαι πάντα πρόθυμος να κράξω τα φασιστικά σκουπίδια που δουλεύουν στα αεροδρόμια, αλλά το "Ελευθέριος Βενιζέλος" είναι αρκετά καλό δικέ μου, κάποια μαλακία θα έκανες κι εσύ. Το πιτσιρίκι όμως συνεχίζει.

«Αρ γιου σικ?»

Τι να του πεις τώρα. Του πετάω την ίδια δικαιολογία που λέω σε όλους και που συνήθως πιάνει, μην στεναχωριέστε καλέ μου ξανθομπάμπουρα, είμαι άρρωστος, τίποτα σοβαρό, κάτι υπολείμματα γρίπης, άντε στο καλό τώρα. 

Χαμογελάει ειρωνικά και καλόκαρδα. Μάλιστα. Μου δείχνει τα χέρια του. Για δες, γυμνασμένος και υγιής αλλά έχεις κάψει κάνα δυο φλεβίτσες γλύκα, περίεργος συνδυασμός. Όπως και να έχει, η ξανθιά λουλού από εδώ κατάλαβε ότι του λέω μαλακίες για τη γρίπη και ψιλοπιάνουμε κουβέντα. Προσφέρεται να αλλάξει θέσεις με έναν άλλο για να κάτσουμε ακριβώς δίπλα, χωρίς τρίτο άτομο ανάμεσα μας και για κάποιο λόγο συμφωνώ.  Καθόμαστε. Συνήθως είναι η ώρα που βγαίνουν τσιγάρα, καφές, μπύρα αλλά τώρα αρκούμαστε σε λίγο νεράκι.

«Σο γκρικ»
«Γιές, γιού?»
«Γκιές»
«Τζέρμαν?»
«Ναχ, Αμ φρομ Μπέλτζιουμ»
«Κλόουζ ιναφ»

Συστηνόμαστε και τα ρέστα. Έχουμε κόψει και οι δύο την ηρωίνη, απλά αυτός χρόνια εγώ ούτε δέκα μέρες. Βέβαια, αυτός έπαιρνε και για χρόνια εγώ σαν υπεύθυνο άτομο που είμαι μόνο κάτι μήνες. Ανταλλάσουμε εμπειρίες και ιστοριούλες. Δεν μπορώ να καταλάβω πως στο εξωτερικό ξεκινάνε τόσο βαριά ναρκωτικά από τα δεκατέσσερα τους, τι πάει στραβά; Αφού λεφτά έχουν. Ντρέπομαι να τον ρωτήσω, δε θα κάνουμε και ψυχανάλυση ο ένας στον άλλο.

Η γνώμη μου για τα ναρκωτικά πλέον; Φαντάζομαι ήταν αναπόφευκτο να πάει εκεί το θέμα. Δύσκολη ερώτηση, Βέλγε φίλε μου, κλίνω προς το, όσα λιγότερα προβλήματα έχεις, τόσο καλύτερα κι όλες αυτές οι μαλακίες, αμφεταμίνες, χάπια, σκόνες, πρέζες είναι προβλήματα, κόπος, έξοδα κλπ. Οι μπάτσοι σε πετάνε μέσα άμα σε πιάσουν με δαύτα, από μια ηλικία και έπειτα δεν υπάρχει κοινωνική ομάδα που δε θα σε ‘’σκουπίσει’’ στο περιθώριο άμα μάθει ότι είσαι χρήστης κι όσα λεφτά κι αν έχεις, συνήθως τελειώνουν γρήγορα. Α, επίσης, παίζει να τρελαθείς και να πεθάνεις. Άφησε το καλύτερα. Εκτός αν είσαι γκόμενα, οι γκόμενες αντέχουν λίγο παραπάνω, αλλά εμφανισιακά τις παίρνει η κάτω βόλτα πιο βαριά από τα αρσενικά. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι με τα κύτταρα. Πραγματικά δεν έχω ιδέα.


«Γιού ντου μεθ?» με ρωταει ο Βέλγος. Χαμογελάω γιατί, όχι μόνο «άι ντου», αλλά και «άι χαβ». Ε, ποιος είπε ότι το ‘’Ελευθέριος Βενιζέλος’’ έχει και τον καλύτερο έλεγχο του κόσμου;

«Γιου γουόντ?» προσφέρομαι να του δώσω και μόνο που δε με φιλάει. Είχα κρατήσει μια ελαχιστότατη δόση από αυτή τη σκόνη, μπας και την κάναμε με τον Σοφοκλή ή μήπως με βάραγαν άσχημα τα στερητικά της πρέζας. Αλλά αντέχω μια χαρά και ο Σοφοκλής είναι πιο αντι-ντραγκ κι από γονιό που βλέπει το παιδί του να πεθαίνει από ηρωίνη (εξαιρείται η Γώγου), άσε που το αλκοόλ ρέει φθηνό και άφθονο στη Σλοβακία και δε θα χρειαστούμε αυτά τα σκατα, μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα είναι άλλωστε, δεν θα μας βασανίζουν κι απ’ το πρωί ως το βράδυ.


Βγάζω κάτι από το μποξεράκι μου και το δίνω στον Βέλγο, πρέπει να τον έπιασε κατούρημα από το νερό γιατί πηγαίνει τρέχοντας στο μπάνιο. Η ώρα η καλή, παλικάρι μου. Hard times, hard highs έλεγαν στο χωριό μου.  Κωλοπαίχνιδο η ζωή και κάτι μου λέει η πως ο διαταραγμένος σεξουαλικά ευρωπαίος από εδώ δεν την πίνει από τη μύτη τη σκόνη που την έδωσα, αλλά όλο και καμιά σύριγγα έχει κουβαλήσει, ως απαραίτητο ιατρικό εξοπλισμό φυσικά, μες το αεροπλάνο. Πλάκα θα είχε να πέσουμε σε κάνα κενό αέρος την ώρα που προσπαθεί να βρει φλέβα. Φυσικά όλα αυτά είναι δικές μου υποψίες, υποψίες ενός αποτυχημένου από τα mid 20s  του συγγραφέα. 


Όπως και να έχει όμως, όλους εμάς ο πανάγαθος θεούλης στο τέλος θα μας βάλει στα δεξιά του. Είμαστε με τους καλούς εμείς, και δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.


***

Καθόλου λίγη ώρα μετά, δεν είμαστε ούτε στην Μπρατισλάβα, ούτε καν στην Σλοβακία.  Έχουμε προσγειωθεί στη μαγευτική Βουδαπέστη. Ο Βέλγος παραδίπλα μου χτυπιέται σαν νευρόσπαστο χταπόδι μόνος του και ουρλιάζει ότι ο λαιμός του έχει ξεραθεί (το παθαίνεις όντως αυτό απ’ τα διεγερτικά). Έτσι κι εγώ, που δεν αντέχω το φρικτό θέαμα, σηκώνομαι και πάω να βρω τον Σοφοκλή που κάθεται πολλές θέσεις μακριά μου. Ευτυχώς, είχε την ίδια ιδέα με μένα και συναντιόμαστε στα μισά του δρόμου.

«Χέι!», του λέω, προσπαθώντας να περάσω για Άγγλος αλλά με έχουν προδώσει ήδη πάρα πολλά στοιχεία. «Έχεις σήμα να πάρουμε τον Αβραάμ να του πούμε ότι θα αργήσουμε;»
«Ναι, τον πήρα ήδη μη σκας, θα μας περιμένει λέει, η καθυστέρηση είναι λόγω χιονόπτωσης».
Πφ. Φυσικά. Όλα σε εμάς. Μην πάει κάτι καλά.  Αναστενάζω εμφατικά.
«Τουλάχιστον έχει καλά μουνάκια το αεροπλάνο».
«Ελπίζω να συνεχίσει έτσι και στη χώρα» μου λέει μισο χιουμοριστικά-μισο σκεπτικιστικά ο Σοφοκλής και επιστρέφει ο καθένας στη θέση του.

***
Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος! Το σπίτι του Αβραάμ είναι ΤΕΛΕΙΟ. Εντάξει, σίγουρα δεν το λες τεράστιο, αλλά είναι μια χαρά! Ήρθαμε αμέσως μόλις κατάφεραν να καθαρίσουν το αεροδρόμιο από το χιόνι. 

Είναι ένα άνετο διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία στα προάστια της Μπρατισλάβας. Η είσοδος του είναι ένας μικρός διαδρομάκος, στον οποίο με το ζόρι χωράει έστω και μισός άνθρωπος. Η κοπέλα του Αβραάμ, η Μάγδα, είναι κάπως εύσωμη και καθώς λογίζεται για τουλάχιστον δύο ανθρώπους, είναι θαύμα πως περνάει. Τέλος πάντων, σε αυτόν το διάδρομο είναι η παπουτσοθήκη, εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου, μόνο που δε χωράγαμε να το κάνουμε όλοι μαζί και κατά λάθος έδωσα μια γερή αγκωνιά στον καημένο τον Σοφοκλή. Πιστεύω ότι θα μπορούσαν να μας επιτρέψουν να περάσουμε έστω πέντε ή τέσσερα βήματα προς το σαλόνι και να βγάλουμε εκεί τα παπούτσια.



Τέλος πάντων, το σαλόνι και το υπνοδωμάτιο είναι τα μεγάλα δωμάτια του σπιτιού, μοντέρνα και άνετα. Το σαλόνι διακοσμούν φωτογραφίες του ζευγαριού, δηλαδή του Αβραάμ Καριερόγλωσσου, του Ελληνοτσέχου φίλου μας που αναζήτησε και βρήκε μια καλύτερη τύχη στην μαγευτική Σλοβακία και της Μάγδας Στράσερ, που είναι μια τεράστια κοπέλα με πολύ ωραίο κόκκινο μαλλί, με μια μεγάλη ναζιστική νεκροκεφαλή στο μπράτσο, υπέροχα ανοιχτά πράσινα μάτια, γενικά καθαρό πρόσωπο με αρκετά piercings, και μάλλον κλασσικό goth ντύσιμο. Πέρα από τις φωτογραφίες του ζευγαριού σε διάφορες κωμικές πόζες, στο σαλόνι βρίσκεις μια τηλεόραση, εθνικιστικά βιβλία του Έβολα και άλλων φασιστών, Ιταλών κυρίως, μερικά σπαθιά και μινιατούρες στρατιωτών, καθώς και ένα μπολ σοκολατάκια, στα οποία προφανώς ορμάω γιατί είμαι νηστικός από το πρωί και πεινάω σαν καταπιεσμένη σεξουαλικά μειονότητα.



«ΣΤΟΠ», μου αρπάζει το χέρι ο Αβραάμ και με σταματάει πριν φτάσω στον στόχο. «Απλά πείναγα», κλαψουρίζω, αλλά η περιέργεια σύντομα νικά όλα τα υπόλοιπα και επιβάλλεται. «Γιατί να μη φάω καλέ μου Αβραάμ, είναι χαλασμένα;», τον ρωτάω ήρεμα. Ο Αβραάμ, ο οποίος ακόμα δεν μου έχει αφήσει το χέρι, γουρλώνει τα μάτια του και με κοιτάει επίμονα πριν αρχίσει να εξηγεί. «Αρχικά, εδώ μέσα θα τρώτε όταν σας το λέμε εμείς και δεύτερον, αυτό το μπολ είναι καταραμένο, όταν κάποιος τρώει από αυτό, κάτι εξαφανίζεται από το σπίτι, μην τυχόν και το καταπιείς λαίμαργε κοιλαρά!», μου λέει και μου αφήνει επιτέλους το χέρι που έχει αρχίσει να αποκτά μια όμορφη μπλε απόχρωση σε μερικά σημεία του. Πιάνω το στομάχι μου. Ναι, έχω βάλει κάτι κιλάκια, αλλά όχι τόσα που να θέλω άδεια για να φάω ή για να επικαλείται ο κόσμος φαντάσματα. Την σκέψη μου διακόπτουν τα λόγια του Αβραάμ ο οποίος απευθύνεται στον Σοφοκλή:


«Ότι είπα ισχύει και για σένα φυσικά, άλλωστε δε χρειάζεται να τρως και πολύ, πώς θα βρεις κοπέλα άμα τρως; Χάρη σου κάνω».
«Σωστά-σωστά» λέει ο Σοφοκλής σε μια από τις τακτικές συμφωνίες που κάνεις με τον Αβραάμ, ελπίζοντας όλα να πάνε καλά σε βάθος χρόνου. Κοιταζόμαστε. Έχουμε κι οι δύο τα φρύδια σηκωμένα.

Αργότερα, βέβαια, όλα έχουν ηρεμήσει. Παραγγέλνουμε πίτσες –που δεν παχαίνουν για κάποιο λόγο- σε σχήμα σβάστικας και τρώμε από μια άκρη ο καθένας. Κάνουμε, μάλιστα, πλακίτσα ότι κάθε κομμάτι είναι ένα Ράιχ , εμένα μου τυχαίνει το τέταρτο της Μέρκελ, προσπαθώ να το βρω αστείο πίνοντας μερικές μπύρες παραπάνω και τελικώς πέφτω για ύπνο στον καναπέ. Ο Σοφοκλής ακολουθεί το παράδειγμα μου λίγη ώρα αργότερα, αφού καταφέρει να φουσκώσει το στρώμα του. Το ράιχ του ήταν αυτό που ξεχνάνε οι περισσότεροι. Της γερμανικής αγίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
***

Ημέρα δεύτερη. Ξυπνάω πιο νωρίς από τον Σοφοκλή, αλλά όχι πιο νωρίς από τον Αβραάμ και την Μάγδα και χάνω την ευκαιρία μου να τους φτιάξω κρέπες σοκολάτα για έκπληξη. Πφ. Δεν απογοητεύομαι όμως, πάω στο σημείο που θα έπρεπε να είναι τα κλειδιά και αντί για τα κλειδιά, παίρνω αυτό που μου δίνει συνήθως η ζωή. Βρίσκω λοιπόν στη θέση των κλειδιών ένα σημείωμα που γράφει:

Αγαπητέ Διονύση και Σοφοκλή
Όπως γνωρίζετε, δεν είμαι πλέον φοιτητής και έχω ανοίξει σπιτικό
Δεν μπορώ, λοιπόν, να δίνω τα κλειδιά μου στον κάθε τυχαίο.
Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να σας δώσω τα κλειδιά.
Όταν τελειώσει η Μάγδα απ’ τη δουλειά θα έρθει να σας ανοίξει.
Μέχρι τότε, επειδή δε θα έχετε και πολλά να κάνετε, σας παρακαλώ πολύ,
συμμαζέψτε λίγο το σπίτι, άλλωστε κι εγώ σας φιλοξενώ εδώ, πρέπει κάπως να συνεισφέρετε.
Αβραάμ

«Μάλιστα», σχολίασα, κάπως πιο δυνατά απ’ ότι έπρεπε μάλλον γιατί ο Σοφοκλής, που λαγοκοιμότανε μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξύπνησε τελείως. Αφού πέταξε ένα δυνατό χασμουρητό μες τη μούρη μου και τεντώθηκε σαν βασιλιάς, με καλημέρισε
«Γκιουνάιντεν, τι κρατάς εκεί;»
«
Aπ’ ότι φαίνεται έχουμε γράμμα»
«Μπορεί να είναι κάποια που πήδαγες καλά και θέλει να την ξαναπηδήξεις ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ», ξέσπασε ο καλός μου φίλος σε ειρωνικά και δυστυχώς ειλικρινή γέλια.
«Αυτό ήταν το αστείο με το οποίο αρχίζεις καλά τη μέρα σου και χαλάς τη δικιά μου;»
«Ξέρεις τι λένε για τη μύγα και όποιον την έχει, ε;»
«Ωραία άκου τώρα για μια άλλη μύγα, να χαλάσει κι η δικιά σου η μέρα, δεν έχουμε κλειδιά, θα μείνουμε όλη μέρα σπίτι, επίσης θα κάνουμε όλες τις δουλειές του σπιτιού, ετοιμάσου».
«Διαταγή του…»
«…αφεντικού ναι».

Αλλά φυσικά δεν θα κάναμε και πολλά πράγματα χωρίς να φάμε κάτι και να πιούμε κάνα καφέ. Πρώτη στάση στην κουζίνα. Εκεί μας περίμενε μια μικρή έκπληξη.

«Τι εννοείς δεν έχει καφέ;»
«Δεν κατάλαβες, όχι απλά καφέ, δεν έχει τίποτα γενικά, τα πράγματα που φάγαμε χθες, τα παραγγείλαμε, το σπίτι τώρα που μιλάμε δεν έχει τίποτα που να πίνεται ή να τρώγεται, τουλάχιστον όχι στην κουζίνα»
«Και οι πιθανότητες να έχουν καφέ στην κρεβατοκάμαρα κρυμμένο μην τυχόν και γίνει κατοχή είναι…»
«…μηδενικές γιατί αν γίνει κατοχή αυτοί θα είναι οι κατακτητές».
«Ωραία», είπα αποφασιστικά και σταύρωσα τα χέρια μου, «Δεν έχουμε δηλαδή ούτε καφέ ούτε τίποτα να πιούμε ή να φάμε και το σπίτι είναι κλειδωμένο άρα δεν μπορούμε να αγοράσουμε ή να παραγγείλουμε, σωστά;»
«Έχει κάτι ξεραμένες γαλέτες, ρε φίλε, αλλά έχουν πέσει πάνω τους τώρα τρεις κατσαρίδες και νομίζω είναι οικογένεια, ας τις αφήσουμε».
«Καλώς», είπα πάλι, «Πάμε στα σοκολατάκια»
«Μα ο Αβραάμ είπε»
«ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΣ Ο ΤΥΠΟΣ, ΡΕ», φώναξα, «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΜΕ ΚΑΤΙ, ΠΡΙΝ ΔΟΥΛΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ ΤΟΥ ΓΑΜΩΤΟ»
«Ναι, εντάξει-εντάξει, ας φάμε» συμφώνησε κι ο Σοφοκλής.

Μοιραστήκαμε μισά-μισά τα σοκολατάκια κι ήπιαμε μπόλικο νερό. Μετά, καθαρίσαμε όλο το σπίτι κι ότι είχε μείνει από χθες, λίγα πράγματα δηλαδή. Τέλος, χαζέψαμε στο internet.
«Για να δούμε τι σελίδες έχει ψάξει…. μμμ Μουσολίνι, Χίτλερ, Έβολα, δεν-είμαι-εγώ-ρατσιστής-αυτοί-είναι-μαύροι, να-φύγουν, Τραμπ-ολε, Μαύρος Κρίνος μια-είναι-η-λύση-για-τη-Μακεδονία… Α ναι, φυσιολογικά πράγματα για τον Αβραάμ»
«Ρε τελικά πιστεύεις όντως ότι είναι φασίστας;»
«Όχι μωρέ, για πλάκα τα λέει, πιο πολύ λεφτά θέλει να βγάζει, θα έκανε τα πάντα για να τα προστατέψει βέβαια, αλλά εντάξει, μέχρι εκεί»
«Μάλιστα»
«Σκατά ε;»
«Χάλια»

Ήπιαμε κι άλλο νερό.

***

Αργότερα γύρισε στο σπίτι η κοπέλα του Αβραάμ , όταν πια τέλειωσε τη δουλειά της (που είναι να κάνει τατουάζ) και μας έβγαλε έξω να κατουρήσουμε να πάμε βόλτα όλοι μαζί. Καθίσαμε σε μια αυθεντική, σλοβάκικη παμπ, που θύμιζε κάτι από Εξάρχεια, χωρίς να χάνει όμως το ιδιαίτερο στυλ της. Ο περισσότερος κόσμος που ερχόταν εκεί ήταν της εργατικής τάξης και μια μικρή μόνο μειοψηφία ήταν φοιτητές. Ακόμα κι οι ίδιοι οι σερβιτόροι και το λοιπό προσωπικό του μαγαζιού είχαν, όπως μάθαμε αργότερα, δύσκολο παρελθόν. Ο ένας ήταν νταβατζής στη Σερβία, ο άλλος το είχε σκάσει μετά από διπλή δολοφονία στη Ρουμανία και ο πιο φλώρος απ’ όλους ήταν παλιά άστεγος. Πάντως το μαγαζί ήταν καλό, εντάξει ως προς τις τιμές του και ακόμα κι εμάς που, ως Έλληνες, φοιτητές και ομιλούντες την αγγλική ήμασταν οι κατ’ εξοχήν υποψήφιοι για θύματα κακοποιητικής συμπεριφοράς (ή μπούλινγκ, όπως θέλετε πείτε το) μας φέρθηκαν άψογα. 

«Αι γουίλ χαβ ε κόφι πλιζ», είπα
«Ίβεν γούμεν ντρινκ άλκοχολ ατ δις άουρ», μου απαντάει ο πρώην εκπορνευτής θηλυκών (και νυν μπάρμαν). Κοιτάω κι εγώ το ρολόι μου, τρεις παρά κάτι, μάλιστα, εντάξει λοιπόν
«Σο, ε νταμπλ κόφι εντ ε κόκα-κόλα λάιτ»
«Όκει», είπε, προς μεγάλη μου έκπληξη. Εγώ περίμενα τουλάχιστον κάτι για το πόσο αδερφή είμαι, για το πόσο σίγουρος είναι ότι δεν έχω γκόμενα και το πόσο μικρό είναι το πουλί μου (καλά δεν ισχυρίζομαι ότι δεν ισχύουν και τα τρία, αλλά εντάξει). Παίρνω τον διπλό καφέ και την κόκα κόλα και κάθομαι με τους υπόλοιπους. Στο μεταξύ στην παρέα έχουν προστεθεί ένα νεαρό παλικαράκι, αρκετά γλυκούλης και μια κοπέλα, αρκετά χάλια.
«Χελόου έβριμποντι», λέω και κάνω αισθητή την παρουσία μου ή έστω προσπαθώ.

(Στην παρέα είναι και μια κοκκινομάλλα, με τατουάζ και άλλα στοιχεία που μου αρέσουν αλλά είναι τόσο λιώμα, που τα επόμενα δευτερόλεπτα σωριάζεται κάτω και τη μαζεύουν, δε μαθαίνουμε τίποτα παραπάνω για αυτήν)


Η Μάγδα με συστήνει σε όλους, ευτυχώς μιλάει αυτή για μένα και τον Σοφοκλή, γιατί δεν αισθάνομαι και πολύ κοινωνικός, άσε που είμαι πολύ πιασμένος από τον ύπνο στον καναπέ. Στο μεταξύ, όμως, πιάνω και κάτι περίεργα για «Συντρόφους απ’ την Ελλάδα» και «Η μεγάλη εθνική επανάσταση» που λένε στα αγγλικά για να μην νιώθουμε απομονωμένοι. Τέλος πάντων, δεν σχολιάζω, παίρνω την κοκα κόλα μου και κάθομαι δίπλα στον γλυκούλη. Σλοβάκος πρέπει να είναι. 
Συστηνόμαστε και πιάνουμε κουβέντα χωρίς μεσάζοντες. Τον λένε Κοστάκ, είναι πράγματι από εδώ και δείχνει καλό παιδί, φίλος της Μάγδας, δουλεύει στην ίδια εταιρεία με τον Αβραάμ αλλά σε πολύ κατώτερη θέση, μου το εξηγεί με απλά λόγια.


«Αι τέικ 500 γιούρο, Αβραάμ τέικς 2000»
«Δατς οκέι, ιφ γιού ντοντ λάικ ιτ , γιου καν τζόιν δε κόμμουνιστ πάρτι» του λέω συνοψίζοντας με απλά λόγια την ταξική πάλη τους τελευταίους αιώνες.

Και έτσι πιάνουμε κουβέντα για την πολιτική. Όλη η παρέα εδώ είναι οργανωμένη σε ένα κόμμα, που λέγεται «Η ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΜΑΣ». Λέω μουλωχτά στον Σοφοκλή να το ψάξει στο ιντερνέτ του κινητού του και αποδεικνύεται πως πρόκειται για ένα νεοναζιστικό κόμμα. Το παιδάκι από εδώ, ο Κοστάκ, μου λέει ότι ήθελε να φύγει, γιατί ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά τον έσπασαν στο ξύλο. Μας εξηγεί πως ο ίδιος ο Αβραάμ του είπε «Και να είσαι, να το κρύψεις, όπως κάνει κάθε σωστός πολεμιστής στο κόμμα μας!» 

«Πολύ βαρύ αυτό δε το πιστεύω για το φίλο μου», τον διακόπτω ενοχλημένος γιατί υπάρχει και ένα όριο σε μερικά πράγματα που μπορώ να δεχτώ. Στο μεταξύ, η Μάγδα έχει στήσει αυτί και έχει πάρει χαμπάρι τι συζητάμε, προτείνει λοιπόν να πάμε να βρούμε τον Αβραάμ που στο μεταξύ έχει σχολάσει.


«Γιατί όχι», λέμε εμείς και προφανώς το παλικάρι βρίσκει μια πρόφαση και την κάνει. Δεν τον ξανάδαμε στο υπόλοιπο ταξίδι μας. 


Προχωράμε μέσα στην χιονισμένη Μπρατισλάβα με την Μάγδα και τη φίλη της. Αχ, είναι πραγματικά υπέροχα, σκέτη μαγεία. Να μην φυσάει, να μην έχει καν κρύο αλλά, παρόλα αυτά, να υπάρχει παντού χιόνι κι ούτε ένας άστεγος πουθενά για να σε κάνει να νιώσεις τύψεις που το απολαμβάνεις. Εξηγώ το σκεπτικό μου στο Σοφοκλή. Συμφωνεί.


«Αυτό συμβαίνει, γιατί εδώ δουλεύουμε, δεν συζητάμε μόνο για την πολιτική με τα λεφτά της μάνας μας και του πατέρα μας», ακούμε μια γλυκιά φωνούλα από πίσω μας. Ναι, είναι ο Αβραάμ που μας άκουσε. Χαιρετιόμαστε και επιτέλους πάμε να φάμε. Εννοείται προτιμάμε τοπικό φαγητό κι ας κοστίζει κάτι παραπάνω. Για να μας μαγειρέψουν κάτι οι ίδιοι οι οικοδεσπότες μας ούτε λόγος, εδώ δεν είχαν καφέ.


Εκεί που τρώμε, λοιπόν, η φίλη της Μάγδας (η οποία για να καταλάβετε είναι ένας συνδυασμός της Ρόδης, της χοντρής που παντρεύεται για τα λεφτά της ο Φατσέας στο Καφέ της Χαράς ώστε να ξεκινήσει φυτείες με χασίς και της Ματίνας Μανταρινάκη από το Κωνσταντίνου και Ελένης) γουρλώνει τα μάτια της χωρίς κανένα προφανή λόγο και στρέφει το βλέμμα της πάνω μας. Σκέφτομαι «Κοίτα που έκοψα εγώ την πρέζα και την αρχίσανε όλοι οι άλλοι», αλλά η τύπισσα επιμένει και, μάλιστα, πετάει και μια φράση στα σλοβάκικα. «Αβραάμ, τι είπε η κοπέλα ρε;», τον ρωτάμε διακριτικά προσπαθώντας να αποφύγουμε το βλέμμα της τύπισσας που τελικά λεγόταν Νόνα. «Α, τίποτα», μας λέει ο Αβραάμ, «Απλά λέει ότι θέλει να τραβήξει μαλακία και στους δυο σας ταυτόχρονα». Ο Σοφοκλής κατεβάζει όλη την μπύρα του με τη μία κι εγώ κατεβάζω όλο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο από μέσα μου, μπας και ξορκίσω τον δαίμονα. «Αλλά μην ανησυχείτε», προσθέτει χαλαρά-χαλαρά ο Αβραάμ και παραγγέλνει την επόμενη μπύρα για τον Σοφοκλή, «Είναι ακίνδυνη, λίγο περίεργη μόνο». 


«Λοιπόν», λέω εγώ, «Όπως ξέρεις Αβραάμ, εγώ περνάω φάση που ασχολούμαι με διαλογισμό, θρησκεία και τέτοια δε με απασχολούν ταπεινά πράγματα όπως το σεξ και γενικότερα η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, καταλαβαίνεις φαντάζομαι»

«Το σέβομαι απόλυτα Διονύση»
«Άρα η κοπέλα ανήκει δικαιωματικά στον σύντροφο Σοφοκλή!»
«Σωστό! Στην υγειά μας!»

Και τσουγκρίσαμε όλοι στο όνομα του νέου ζεύγους. Ο Σοφοκλής έκλαιγε από μέσα του προφανώς και προς το τέλος του τσουγκρίσματος και λίγο απ’ έξω του, αλλά αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες πρωτεύουσες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μητερούλας των λαών, ή έστω των εργοδοτών τους. 


***

Μετά το φαγητό πήγαμε σε ένα μπαράκι όλοι μαζί. Πιάσαμε ένα καλό τραπέζι πλάι σε μια παρέα κοριτσάκια, σκέτα ποιήματα. Τα σάλια του Σοφοκλή είχαν φτάσει μέχρι το Δούναβη αλλά κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Βέβαια, ισχύει κι ο ιερός κανόνας που λέει ότι μια γυναίκα μόνη είναι ένα μικρό απροστάτευτο πιτσουνάκι, λίγο περισσότερες είναι περιστεράκια, ακόμα περισσότερες είναι αγριοπερίστερα και, στο μέγιστο βαθμό, σμήνος από άγρια αιμοσταγή κοράκια. Ω ναι, φίλοι μου. Κι εγώ θεωρώ ότι οι γυναίκες είναι πιο πολιτισμένες από τους άντρες, αλλά σας βεβαιώνω ότι, απέναντι μας, ίσως για λόγους εκδίκησης, μπορούν να αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερα τέρατα απ’ όσο θα υπάρξουμε εμείς προς αυτές ποτέ. Και πράγματι, έχουμε υπάρξει στο μέγιστο βαθμό, οι πατριαρχικές δικτατορίες ήταν στα αλήθεια τρομαχτικές, μένει όμως να δούμε τις μητριαρχικές. Ποιος ξέρει όμως, ίσως και να έχουν πλάκα, ίσως και να μην αλλάξει και τίποτα. Όπως και να έχει, επειδή σε κάποια φάση μαζεύτηκαν δεκάδες κοριτσάκια που ούρλιαζαν και φώναζαν και μίλαγαν όλα μαζί το ένα στο άλλο κρατηθήκαμε μακριά. Εγώ προσωπικά θα έμενα έτσι κι αλλιώς, μιλάω περισσότερο για τους υπόλοιπους της παρέας.



Πίναμε ήσυχοι το ποτάκι μας λοιπόν. Και σκάνε δυο αψέντια μπροστά μας  κέρασμα. Από τη Νόνα, ωραία λέμε, τέλεια. Ο Αβραάμ σκύβει προς εμάς και μας λέει «Κεράστε κι εσείς το κορίτσι». «Βεβαίως», απαντάμε και εμείς με τη σειρά μας, που θιχτήκαμε κάπως που δε θεώρησε αυτονόητο ότι θα ανταποδίδαμε, έστω για λόγους ευγένειας. «Θα τη βγάλουμε έξω βόλτα αύριο για κέρασμα», πρόσθεσε αριστοτεχνικά ο Σοφοκλής, που όμως το εννοούσε,  αλλά ο Αβραάμ επέμεινε. «Όχι», του είπε και κόλλησε το πρόσωπο του στου Σοφοκλή, ενώ ταυτόχρονα τα μάτια του στένεψαν, «Θα κεράσετε τώρα». 



Αποφάσισα να το σώσω όπως μπορούσα. «Νόνα, τι θα πιείς;», τη ρώτησα. «Δυο βότκες είναι καλά», μου απάντησε. Μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά ξέρω ‘γω;  Δυο ποτά κέρασε κι αυτή, ίσως περιμένει δύο κεράσματα. Την κεράσαμε λοιπόν τις βότκες της, ενώ παράλληλα συνεχίσαμε κι εμείς να πίνουμε, πράγμα που δεν ήταν και τόσο έξυπνο εκ μέρους μας, εδώ που τα λέμε. Λίγη ώρα μετά, σκάει δεύτερος γύρος κερασμένος από την Νόνα. Δύο ποτά. Μάλιστα. Τα πίνουμε. Ο Αβραάμ σκύβει πάλι προς το μέρος μας. Αλλά δεν μας λέει τίποτα για κέρασμα αυτή τη φορά.


«Παιδιά ξέρετε ότι στην περιφέρεια που είμαστε έχει κερδίσει τις εκλογές το κόμμα που υποστηρίζω;»
«Αλήθεια, πολύ χαιρόμαστε για σένα Αβραάμ», λέμε με όση μετριοπάθεια καταφέρνουμε να επιστρατεύσουμε μέσα από το ταλαιπωρημένο από αλκοόλ μυαλό μας. «Και ποιο είναι αυτό το κόμμα;», ρωτάει ο Σοφοκλής.
«Την έκανες την μαλακία σου, δεν άντεξες» σκέφτηκα
«Χαίρομαι που ρωτάς», είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ο Αβραάμ. «Λέγεται ‘’Η ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΜΑΣ’’ κι είναι κόμμα πατριωτικό και λαϊκό»
«Α, τι καλά», είπα βιαστικά, «Δείτε τι ωραία κοριτσάκια απέναντι»
«ΧΑΧΑΧΑΧΑ ΚΑΛΑ, ΕΣΕΝΑ ΔΕ ΣΟΥ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΠΛΕΟΝ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ», λύνεται στα γέλια ο Αβραάμ περήφανος για τη συμπεριφορά του λες και μιλάει με το βιαστή της εγγονής του που του ζητάει ψιλά για να πάει σε κάνα μπουρδέλο.
«Εεε δεν είναι πολύ αστείο Αβραάμ, επίσης δεν ισχύει, λες βλακείες» του απαντάω κοκκινίζοντας γιατί έχω χάσει όντως κάτι καλά γαμήσια λόγω στυτικής δυσλειτουργίας.
«Ναι ρε Αβραάμ, μαλακία σου, μαζέψου» με υπερασπίζεται ο Σοφοκλής
«Καλά Σοφοκλή, εσύ είσαι σε ακόμα χειρότερη θέση, άντε πες ότι καμιά χαζή θα ψαρώσει με τα ναρκωτικά, εσύ που είσαι απλά ένας τεμπέλης άνεργος, τι θα σου βρει;»
«Απόγνωση;»
«Σου λέω, για το καλό σου πάντα, άμα δεν αρχίσεις γυμναστήριο και δεν βρεις κάποιο χόμπι δεν έχεις καμία ελπίδα για τίποτα στη ζωή σου»
«Μάλιστα»
«Μπορείς να το κάνεις πάντως ΑΦΟΥ κεράσετε την κοπέλα τα ποτά που χρωστάτε, άντε πολύ αργήσατε» καταλήγει ο Αβραάμ.

Τέλος πάντων ξανακεράσαμε. Ήπιαμε και  λίγη μπύρα επιπλέον εκτός από τα ποτά, για να καθαρίσει το κεφάλι μας. Ήπιε κι η Μάγδα, που όσο πέρναγε η ώρα έμοιαζε να γίνεται ακόμα πιο τεράστια -ή εγώ τα έβλεπα διπλά (τετραπλά στην περίπτωση της)- και, φυσικά, ήπιε κι ο Αβραάμ. Τέλος, ήρθε ο λογαριασμός. Η Νόνα τότε πέταξε ξανά κάτι στα σλοβάκικα. Αμέσως ρώτησα τον Ελληνοτσέχο φίλο μας.


«Μαλακία θέλει να μας τραβήξει πάλι;»
«Α όχι, απλά δεν έχει λεφτά για τα ποτά της και τα κεράσματα, δυστυχώς τα ξέχασε σπίτι»
«Μα…»
«Σας είπα, είναι λίγο περίεργη»
«Περίεργη είπες, όχι γαμημένο κάθαρμα και μουνόπανο του διαβόλου»
«Ας μη το κάνουμε θέμα για λίγα λεφτά…»
«Δηλαδή πόσα;»
«Συνολικά για όλους είναι 70Ε»
«Και πόσα δίνουμε εμείς;»
«70ε»
«Θα-πάθω-κρίση-πανικού-λα-λα-λα»
«Κοίτα, θα βρούμε τρόπο να τα πατσίσουμε, πληρώστε τώρα εσείς και αύριο θα σας αφήσουμε και κλειδιά και θα το λύσουμε το θέμα εντάξει; Ψυχραιμία!».
«Άντε μακάρι, θα το εκλάβω ως ένα σουρεαλιστικό σκηνικό»
«Μπράβο, έτσι σε θέλω Διονύση, αισιόδοξο».
Πληρώσαμε τα 70ε μας με τον Σοφοκλή, γυρίσαμε σπίτι, κλάψαμε λίγο, μετά κοιμηθήκαμε. Αύριο θα ήταν μια νέα μέρα κι ο ήλιος θα έβγαινε ξανά από την ανατολή.

***

Ξυπνήσαμε λοιπόν το επόμενο πρωί και πράγματι, τα κλειδιά ήταν εκεί που έπρεπε να είναι μαζί με ένα σημείωμα που συνιστούσε προσοχή, γιατί η Μπρατισλάβα είναι γεμάτη με επικίνδυνους άστεγους και τοξικομανείς. Το σημείωμα το υπέγραφε, φυσικά, ο αγαπητός  Αβραάμ.



Δεν μας ένοιαξε καθόλου όμως, ντυθήκαμε καλά για να αντιμετωπίσουμε τον στρατηγό χειμώνα -που, εδώ που τα λέμε, στη Σλοβακία μάλλον απλός πεζικάριος είναι- και ξεχυθήκαμε έξω. Πρώτη στάση στο τοπικό μίνι-μάρκετ, να εφοδιάσουμε το σπίτι με καφέ, ψωμί, σοκολάτες, τυριά και μερικά άλλα πραγματάκια, κυρίως μπύρες και λάιτ αναψυκτικά. Δώσαμε κάνα εικοσάευρο, γιατί αγοράσαμε πράγματα για τον Αβραάμ και τη Μάγδα επίσης( το γράμμα του Αβραάμ το τόνιζε αυτό) και συνεχίσαμε. Περπατήσαμε για ώρες, κάνοντας κύκλους για να δούμε όσο το δυνατόν περισσότερο πόλη, χωρίς να ενδιαφερθούμε τόσο για τα μνημεία όσο για τους ανθρώπους της Μπρατισλάβας. Ο λαογράφος , ο αυθεντικός λαογράφος που μαθήτευσε δίπλα σε μυαλά σαν τον Hunter Thompson, Charles Bukowski αλλά και τον δικό μας Τσιφόρο, δεν ενδιαφέρεται για τα μουσεία ή τις διάσημες καφετέριες που ο κάθε χαζοβιόλης πουστράκος πολιτικός έπινε καφεδάκι, αφού υπέγραφε την άμεση ή έμμεση καταδίκη χιλιάδων ανθρώπων σε πείνα ή θάνατο. Αντίθετα, αναζητά τα καθημερινά βιώματα των απλών ανθρώπων της χώρας που επισκέπτεται. 



Ανεβαίνουμε προς τα πάνω έναν δρόμο υπερβολικά μίζερο για τα δεδομένα της Μπρατισλάβας, είναι ο μόνος που έχει συνθήματα σε όλη την πόλη, αν έστω και μόνο ένα από αυτά ήταν πολιτικό (ξέρουμε ότι κανένα δεν είναι, γιατί όλα έχουν υπογραφές ποδοσφαιρικών ομάδων) θα έλεγες ότι είμαστε στη Στουρνάρη. Τα έχω παίξει, όμως, τελείως και χρειάζομαι καφέ. Οι Σλοβάκοι, σαν τελειωμένα αλκοόλια που είναι, δεν ξέρουν να φτιάχνουν ούτε νες, ουτε φραπέ. Μόνο εσπρέσο, που είναι πολύ λίγος και πολύ θλιβερός  για τα γούστα μου. Παρόλα αυτά χωνόμαστε σε μια καφετέρια που βρίσκεται πάνω στην ''Στουρνάρη''.



«ΧΕΛΟΟΥ», λέει ο Σοφοκλής, ο πιο γλωσσομαθής της παρέας -γιατί δεν βρίσκει άραγε δουλειά, μυστήριο μεγάλο για τον φίλο μας τον Αβραάμ, που λογικά υποθέτει ότι απλά τεμπελιάζει-. «Χάι», απαντάνε κι οι υπάλληλοι, «Άρ γιού φρομ Γκρις;», μας ρωτάνε. «Ωχ», σκέφτομαι, «Τώρα θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές και θα φωνάξουν καμιά νεοναζιστική συμμορία να μας καθαρίσει, γιατί δεν μπορεί όλη η παραγωγική Ευρώπη να πληρώνει τους βρωμιάρηδες τους Έλληνες», αλλά τελικά ο υπάλληλος αποδεικνύεται φιλαράκι από τα Βαλκάνια. «Νάις, άι αμ φρομ Σέρμπια», εξηγεί. Του σφίγγω το χέρι φυσικά, σκέφτομαι να αρχίσω κουβέντα για Τίτο, αλλά φοβάμαι πως θα εξελιχθεί σε κουβέντα για το Μιλόσεβιτς και λέω να το αφήσω καλύτερα. 



Παράλληλα, ένας θαμώνας του μαγαζιού που ήταν χυμένος κυριολεκτικά πάνω σε μια εφημερίδα απλωμένη πάνω στο τραπεζάκι που καθόταν, σηκώνεται απότομα, έρχεται προς το μέρος μας και μας προσφέρει το χέρι του.



«Εντ άι αμ φρομ Μακεντόνια»
«Από πού είστε; Από τα Μακ-Ντοναλτς;», θα μπορούσα να του πετάξω ως πλακίτσα μεταξύ ‘’γειτόνων’’ λαών αλλά προτιμώ να αρπάξω την ευκαιρία να μην φανούμε όλοι οι Έλληνες τελείως νοητικά καθυστερημένοι -που είμαστε- και τον χαιρετάω πολιτισμένα και χαρούμενα που έχουμε μαζευτεί όλοι οι γείτονες εδώ, χωρίς να σχολιάσω το όνομα της χώρας του. Η δικιά μου γνώμη για το μακεδονικό είναι πως δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για το πώς λέει ο καθένας τη χώρα του, αρκεί να μην απαιτεί να πάει κανένας φουκαράς μακεδόνας να πολεμήσει για αυτό το θέμα. Το ίδιο ισχύει για την ελληνική πλευρά βέβαια. Θες να το παίζεις νεάτερνταλ με το καημένο το μακεδονικό έθνος στα βόρεια; Οκέι, αλλά άμα περιμένεις να πάω με ενθουσιασμό να φορέσω χακί μην μπουκάρουν οι «Σκοπιανοί», είσαι γελασμένος. Κρατάω πραγματιστική στάση σε αυτά τα θέματα, πατρίδα μου είναι αυτή που μου δίνει μεγαλύτερο βασικό μισθό και χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας. Ο Μακεδόνας -που μάλλον πρέπει να είναι πιο αλκοολικός από τους Σλοβάκους- κι ο Σέρβος μας κερνάνε ένα σφηνάκι, τσουγκρίζουμε, χαιρετάμε και την κάνουμε. Α, Βαλκάνια, η άγρια δύση της μεσογείου. Φεύγουμε χαμογελαστοί, πάντως.



Στο τέλος της «Στουρνάρη» βρίσκουμε το αντίθετο της, μια οδό που έχει όλες τις εμπορικές βλακείες που μπορείς να φανταστείς και περιλαμβάνει ένα μεγάλο άνετο πεζόδρομο, θυμίζει την δικιά μας Ερμού. Λέμε να την περπατήσουμε μέχρι τέλους και μετά να γυρίσουμε σπίτι. Έχει τυροπιτάδικα, μαγαζιά με ακριβά ρούχα, παπούτσια, αρώματα, ξενοδοχεία ακόμα, αλλά και στιπτιτζάδικα, ένα-δυο υπόγεια κλαμπ, ένα εστιατόριο και μερικά ακόμα ενδιαφέροντα -ή και όχι τόσο- πράγματα. 

Το πιο ωραίο φυσικά είναι ο κόσμος της. Περισσότερα κορίτσια παρά αγόρια και κυρίως ντόπιες Σλοβάκες. Νέες και ωραίες, οι κοπέλες που παράγει ο ημιπολιτισμένος αυτός τόπος, που δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες την δυτική βαρβαρότητα και τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, δεν ταιριάζουν σε τίποτα με τα πρότυπα που αναπαράγουν οι σκατόβλαχοι της πατρίδας μας. Μπορεί στο μικρό ελληνικό κρατίδιο που ξεκίνησε ως ένα προτεκτοράτο νότια της γραμμής Αμβρακικού-Παγασητικού να θεωρείται πως το λεγόμενο ανατολικό μπλοκ είναι γεμάτο από δίμετρες καλλονές με ξανθό μαλλί, κορμάρα και ένα μέτρο πόδι (που τι να κάνουμε, από το 1990 και μετά «νιετ σοβιέτ, νιετ φαί» και τώρα θα γλείψουν ευχαρίστως την πούτσα του κάθε γιδοβοσκού-απόγονου ταγματασφαλίτη για 15€), αλλά, αντίθετα, οι Σλοβάκες βγαίνουν σε όλα τα μεγέθη και κυρίως, σε καφέ και μελαχρινό μαλλί. Είναι βέβαια πιο ψηλές από τις Ελληνίδες, αλλά ελάχιστα μόνο και στην ουσία δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά. Βγάζουν έναν παραπάνω αέρα από τα μισοκακόμοιρα κλαψιάρικα τσουλάκια που έχει ξεβράσει το κύμα στα μέρη μας είναι η αλήθεια και, φυσικά, πίνουν πολύ παραπάνω αλκοόλ. Όπως όλος ο λαός ανατολικά του σιδηρούν παραπετάσματος.



Περπατάμε την ''Ερμού''. Μπροστά μας μια ξανθούλα με μπουκλωτό μαλλί, γύρω στα 19-20, μας χαμογελάει. Πανέμορφη, αλλά μου ρίχνει δύο εκατοστά τουλάχιστον ύψος κι άλλωστε, είμαι αφοσιωμένος στον Κύριο αυτή την περίοδο και αλίμονο η πίστη δεν συμβιβάζεται με τη σάρκα. Δίπλα της η φίλη της, ένα κεφάλι πιο κοντή, μαύρα μαλλιά, κοκάλινα γυαλιά και σακίδιο αλά φοιτήτρια σε σχήμα ΕΑΑΚ στην πλάτη. Χμ, ίσως είναι ένα μήνυμα από Εκείνον να μην εγκαταλείψω τόσο σύντομα τις επίγειες ηδονές. Έχει ένα σχέδιο για μένα, είμαι σίγουρος.

Γυρίζω στο Σοφοκλή, που κοζάρει την ξανθιά. Λογικό, πάντα του άρεσαν πιο κυριλέ γκόμενες από μένα, που, κατά βάση, δώσε μου φρίκουλα και πάρε μου την ψυχή. Πάντως αυτές δείχνουν αρκετά νορμάλ.

«Θα χωθούμε ρε;»,  τον ρωτάω
«Θες τις απαγάγουμε ας πούμε;»
«Αυτό θα βοηθούσε να αποφύγουμε πολλές αρνητικές συνέπειες»
«Όπως;»
«Να φάμε άκυρο;»
«Α, θα τις βιάσουμε κιόλας» συμπεραίνει σαρκαστικά ο Σοφοκλής
«Ε βρε παρεξηγιάρη, λες και θα είναι η πρώτη φορά που το κάνεις» του λέω και τον βλέπω που κοκκινίζει κι αμήχανα φοράει τα γυαλιά ηλίου του (στη Μπρατισλάβα αυτή την ώρα χιονίζει).
«Αυτό έγινε πριν πολύ καιρό και δεν είχε καμία σχέση με βιασμό»
«Δεν το αμφισβητώ, για αυτό θα σκεφτείς να κάνουμε κάτι τώρα, ως φυσιολογικός άνθρωπος που είσαι δεν θα έχεις πρόβλημα, σωστά;»
«Χμ…γαμιέσαι λίγο… αλλά τι θα έλεγες να πηγαίναμε και να τους λέγαμε χύμα ότι θέλουμε να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί τους  για να λέμε και καλά στους φίλους μας ότι κάναμε σεξ μαζί τους;»
«Πώς θα μας βοηθήσει αυτό να κάνουμε όντως σεξ μαζί τους;»
«Έχε μου εμπιστοσύνη», μου λέει ο Σοφοκλής και πλησιάζουμε τις τύπισσες, αυτός θαρραλέα κι εγώ σαν ποντικάκι που το έχουν καλέσει για δείπνο στο εστιατόριο‘’Η ΓΑΤΑ’’.

«Χελόου γκερλζ», λέει ο Σοφοκλής, που φοράει ακόμα τα γυαλιά ηλίου, θεέ μου.
«Χελοοοοοοοοοοόου μπόυζ» μας λένε κι αυτές. Ώπα, αυτό δε το περίμενα με τίποτα, λέμε. 

Ανταλλάσουμε κάτι γρήγορες συστάσεις που ούτε που τις θυμάμαι και τότε ο Σοφοκλής τους σκάει την ιστορία.


«Ο φίλος μου από εδώ» λέει σε άπταιστα αγγλικά και με δείχνει κάνοντας έναν μορφασμό αηδίας και λύπησης ταυτόχρονα «Είναι το πιο μίζερο πλάσμα που περπάτησε ποτέ στον πλανήτη μας. Για να καταλάβετε, ο πατέρας του πεθαίνει από καρκίνο, καταχρεωθήκανε να βρούνε λεφτά για γιατρούς στην οικογένεια, ο ίδιος πάσχει από βουλιμία, ανορεξία και κατάθλιψη, ενώ χρόνια τώρα τον καταπίνει η μάστιγα των ναρκωτικών. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είναι άνεργος, παράτησε τη σχολή του και όταν αρρώστησε ο πατέρας του η κοπέλα του τον χώρισε γιατί είχε κουραστεί πάρα πολύ με όλα αυτά που του συνέβαιναν. Δείτε τον! Δεν είναι καν όμορφος! Το μόνο που ζητάμε είναι μια φωτογραφία μαζί σας, γιατί να, όλοι τον κοροϊδεύουν στα μέρη μας για τη ζωή του και πρέπει κάπως να πείσει πως  έστω στη Σλοβακία στάθηκε τυχερός και είχε επιτυχία με δύο πανέμορφες κοπέλες σαν εσάς»

Η ξανθιά έχει εκστασιαστεί με το πόσο καλός φίλος είναι ο Σοφοκλής που ζητάει εκ μέρους μου κάτι τέτοιο, ενώ η μελαχρινή που μου αρέσει με λυπάται και με σιχαίνεται λίγο κι εγώ αναρωτιέμαι που τους βρίσκω πάντα κάτι τέτοιους μαλάκες για παρέα.


«Σο γιου νιντ ε πίκτερ γουίθ ας του προυβ γιου χαντ σεξ?», λέει η ξανθιά.
«Γες μάι λέιντιζ» λέει ο μπίγκ-Σόφο από εδώ, που είδε ότι πιάνει η αηδία του έγινε από ταπεινό χαμομηλάκι, παιχταράς. Η ξανθιά τον πλησιάζει και του λέει σαγηνευτικά:
«Ιτ σιμς γιού γουίλ γκετ μορ δαν ε φώτο» και αρχίζει να τον φασώνει.


Τον έχει πιάσει λοιπόν από το σβέρκο η Σλοβάκα τον φίλο μου περίπου όπως πιάνω εγώ τη γάτα μου όταν δε θέλει χάδια αλλά θέλω εγώ και του έχει αλλάξει τα φώτα, τα ‘’ματσ-μουτς’’ ακούγονται σε όλο το Δούναβη και το ίδιο και τα ζουμιά. Κοιτάω και εγώ την μελαχρινή μήπως από λύπηση έστω (άλλωστε είμαι ένας μόνος, φτωχός, άσχημος, πρεζάκιας) με πάρει καμιά αγκαλίτσα, αλλά που τέτοια τύχη. Πιάνει απλά το κουταβίσιο βλέμμα μου και έρχεται δίπλα μου. «Γιού χαβ ε κάμερα?» με ρωτάει. Δεν καταλαβαίνω. «Γιές μπατ…». «Γκιβ μι» μου λέει. Της την δίνω και μας τραβάει μια σέλφι «Νάου γιού χαβ γιορ φοτο» μου λέει και μου εύχεται καλή τύχη. Έπειτα φεύγει, αφού συνεννοηθεί με τη φίλη της στα σλοβάκικα.  Στο μεταξύ, ο φίλος μου και εκείνη έχουν κολλήσει πάνω στο μόνον του πεζοδρόμου δενδρύλλιον και… δεν ξέρω αν λέγεται ακόμα, φασώνονται σε αυτό το σημείο. Πάντως η τύπισσα έχει το χεράκι της χωμένο για τα καλά στο παντελόνι του φίλου μου κι ούτε για πετρέλαιο να έψαχνε το κορίτσι, ζωή να ‘χει. Πάντως δείχνει να καταλαβαίνει, όχι τόσο τη δικιά μου αμηχανία, όσο των περίπου εκατό και κάτι ατόμων που έχουν περάσει τα τελευταία λεπτά από το μέρος. «Λετς γκόου μπακ του μάι πλέις», λέει στον Σοφοκλή. «Αι καν’τ γουέιτ», της απαντάει και μου δίνει ραντεβού σε μία ώρα. Όχι πίσω στο σπίτι, αλλά στην τοπική παμπ που είναι σχετικά κοντά πάντως.


«Μα θα προλάβεις;»
«Ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας Διονύση» μου λέει με νόημα
«Καλή τύχη φίλε μου», του λέω και τους αφήνω να τραβήξουν το δρόμο τους.

***

Τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα από τη συγκίνηση όταν αποχαιρέτησα τον καλό μου φίλο με αυτήν την αιμορουφήχτρα από την ανατολική Ευρώπη, αλλά σίγουρα θα τα έβγαζε πέρα. Στον έρωτα και στον πόλεμο όλα επιτρέπονται, όπως λέει κι η φιλοσοφία ή ο όποιος κλάδος αλλά τότε γιατί θεσπίσαμε νόμους για τη διεξαγωγή του πολέμου; Γιατί είναι ανήθικη η τρομοκρατία και τι σημαίνει τρομοκρατία στον έρωτα; Σκατούλες! Είχα την ατυχία στα δεκαοχτώ να διαβάσω εκείνο το κεφάλαιο «Για τον έρωτα» του Μαλατέστα, που με στοιχειώνει μέχρι και σήμερα, σαν να πρόκειται για κάποιο ιερό κείμενο, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ όμορφο και πραγματιστικό, εν αντιθέσει με τις συνηθισμένες αναρχικές χαζομαρούλες. Τέλος πάντων, πετάω μια χιονόμπαλα σε έναν περαστικό για να αποδείξω την ωριμότητα μου, αγοράζω μια κόκα-κόλα λάιτ από το περίπτερο και φύγαμε για το ναό. Έχει μόνο καθολική εκκλησία εδώ, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να παραμελήσουμε τη σχέση μας με το επέκεινα.


Τσαλαβουτάω βήμα-βήμα στο χιόνι και φτάνω στον Καθεδρικό, που είναι κοντά στο μνημείο που στήσανε για τους εβραίους οι οποίοι μαρτύρησαν κατά τη γερμανική κατοχή και επίσης δίπλα στο κέντρο της πόλης. Μεγάλη ταλαιπωρία οι Εβραίοι, σκέψου τώρα να σου λένε ότι ελέγχεις τον πλούτο όλου του κόσμου και να παίρνεις 900€ μισθό στο Τελ Αβίβ ή ότι έχεις βρει το φάρμακο για τον καρκίνο και δεν το μοιράζεσαι, ενώ την ίδια ώρα να πεθαίνει το παιδί σου από λευχαιμία. Σιχαμένα απόβλητα οι αντισημίτες γενικώς για τον πλανήτη μας, εννοώ ακόμα μεγαλύτερα κι από τον άνθρωπο.



Μπαίνω στον ναό, προφανώς όλα είναι ήσυχα και σκοτεινά, λειτουργία φυσικά και δεν έχει αυτή την ώρα ή αυτή την μέρα, το γραφείο του ιερέα έχει φως αλλά η πόρτα είναι κλειστή. Τέλεια, όλη η εκκλησία για πάρτη μου, απαλλαγμένη από τα μεγαλύτερα καθάρματα, δηλαδή ιερείς, παπάδες, τουρίστες, συνηθισμένους χριστιανούς κλπ. Εγώ είμαι απλά ο Διονύσης Ρακόπουλος. Και ήρθα για να προσευχηθώ. 



Κάθομαι ταπεινά στο πάτωμα της εκκλησίας με τα γόνατα και τριγύρω επικρατεί απόλυτη ησυχία. Οι καθολικές εκκλησίες είναι πιο όμορφες από τις δικές μας. Και οι καθολικοί γενικά μου φαίνονταν πάντα πιο έξυπνοι άνθρωποι από τους ορθόδοξους. Δεν ξέρω, μπορεί να είναι κι ιδέα μου ή να οφείλεται στις πιο ορθολογικές βάσεις της δυτικής παράδοσης, αρκετά διαφορετικές από τις μυστικιστικές της βυζαντινής. Αποφασίζω, πάντως, μιας και δεν ξέρω καμία κανονική προσευχή, να κλέψω από κάτι που είχα δει σε μια ταινία ή σε ένα βιβλίο. Όπως το θυμόμουν βέβαια, ή όπως με βόλευε.


Εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Δώσε Κύριε την χάρη σου σε εμάς και σε όλους αυτούς που τιμωρήθηκαν σκληρά για όσα έκαναν.

Συγχώρεσε αυτούς που αγάπησαν αλλά και αυτούς που αγαπήθηκαν.

Συγχώρεσε αυτούς που πέθαναν.

Αυτούς που τρελάθηκαν.

Αυτούς που καταλήφθηκαν από δυνάμεις σκοτεινές.

Συγχώρεσε αυτούς που ξέφυγαν από το δρόμο σου, αυτούς που παραφέρθηκαν, κι αυτούς που λοξοδρόμησαν ή παρίσταναν πως δε σε είδαν ή δε σε άκουσαν.

Συγχώρεσε τους, γιατί είμαστε εμείς για αυτούς και αυτοί για εμάς και δεν θα υπάρξει τίποτα καλύτερο και τίποτα χειρότερο.

Βοήθησε μας να θυμόμαστε όσους χάθηκαν και βοήθησε να μας θυμούνται όταν χαθούμε.

Συγχώρησε μας γιατί Θεό έχουμε έναν αλλά κολάσεις δύο, μία στα αριστερά σου και μία εδώ κάτω, κι αν ο Παράδεισος υπάρχει στα δεξιά σου, συγχώρησε όσους ήθελαν να βρουν έναν παράδεισο κι εδώ.

Φύλαξε τους δίπλα σου και κράτησε τους ευτυχισμένους και ζεστούς.

Προφύλαξε τους από κάθε τρέλα, κάθε κρύο και κάθε πόνο.

Σώσε τους άλλους γιατί μαζί τους σωζόμαστε και εμείς.


Αμήν.


Είπα ότι είχα να πω. Κοίταξα το ρολόι μου και έφυγα αμέσως μαζί με την κόκα-κόλα μου για να είμαι συνεπής στο ραντεβού μου με τον Σοφοκλή.