Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Κάτι που γραψα για σένα

Σε σκέφτομαι κι απόψε.
Είναι κι αυτή άλλη μια από κείνες τις βραδιές
Που σκίζω τις σάρκες με τα νύχια μου
Και βουτάω το απλωμένο χέρι μέσα στην ψυχή μου
Να σύρω πάνω όλα αυτά που άθελα μου έθαψα,
Αυτά που πλάκωσα και έκρυψα μέσα στην ίδια την άβυσσο μου,
Αυτά που δεν τόλμησα να τα φωνάξω,
Αυτά που φοβήθηκα να τα παραδεχτώ,
Μα κι αυτά που πάντα ζούσαν μέσα μου,
Και που σαν παράσιτα με σιγοτρώγαν.
Εντάξει, δεν ήταν όλα τόσο άσχημα, το ξέρω,
Απλά έμαθα να τρέφομαι με την υπερβολή,
Να τη δέχομαι σα βασική μου ανάγκη,
Και μ’ αυτήν πάντα να προχωράω,
Μόνος μου, ή,
Καλύτερα, μαζί σου.
Και μαζί σου θέλω τόσο να μαι - ας μην το ξεστόμισα ποτέ -
Να με χαϊδεύεις απαλά,
Να με βάζεις στο πιο γλυκό μου παραμύθι,
Να μου σιγοψιθυρίζεις τραγουδάκια μες στο αυτί,
Να κρατάς το χέρι μου, να κρατάω το δικό σου,
Να ταξιδεύουμε σε μέρη άγνωστα,
Κι όμως τόσο όμορφα και οικεία,
Μέρη που λες και τα περπάτησα μικρός, πιτσιρικάς ακόμα,
Και με τα χρόνια η μνήμη μου τα έσβησε.
Μαζί σου,
Να νιώθω πως αντέχω,
Πως με καταλαβαίνεις,
Πως είσαι εδώ για μένα μόνο,
Εδώ, στις άγρυπνες νύχτες μέχρι ν’ ανατείλει ο ήλιος το πρωί,
Εδώ, να μου δίνεις ανάσα για να ζήσω,
Πνοή να σηκωθώ.
Ο κόσμος μπορεί να γίνει θλιβερός, το ξέρεις.
Μαζί σου δε με νοιάζει.
Μαθαίνω, όπως νομίζω μαθαίνεις και εσύ.
Μαθαίνουμε.
Στη Βοημία των αδύναμων κορμιών μας,
Και των μυαλών μας που ουρλιάζουνε,
Γυρνάμε σαν πλανώμενοι, σα μαθητές,
Σα σκυλιά αδέσποτα και πεινασμένα,
Σαν αρχαίοι και έκπτωτοι θεοί,
Που σιγά σιγά καταλαβαίνουνε
Πως δε γνωρίζαν καν την ίδια την ψυχή τους.
Και μάθαμε.
Στους άδειους δρόμους που διασχίσαμε,
Και στις πλατείες που ταν γεμάτες κόσμο,
Μάθαμε τουλάχιστον
Να νιώθουμε όμορφα με τους ασήμαντους εαυτούς μας,
Να παλεύουμε κόντρα σε όλα τα προγνωστικά,
Να παίρνουμε τη ζέστη από την αγκαλιά του τέρατος,
Κι ας ξέρουμε ότι στο τέλος θα μας πνίξει.
Γιατί, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους,
Εμείς δε φοβηθήκαμε ούτε την αποτυχία,
Ούτε και την καταστροφή.
Εμείς σχεδόν τις κυνηγήσαμε,
Τις ψάχναμε μες στα σκοτάδια απελπισμένα,
Κι ενώ πείθαμε ο ένας τον άλλον πως το κάναμε για λόγους ακαδημαϊκούς,
Δήθεν για να τις μελετήσουμε, να δούμε τη μορφή τους,
Ξέραμε κι οι δυο πως δε λέμε την αλήθεια.

Μια μέρα οι φίλοι μας θα μας ξεχάσουνε.
Μια μέρα θα μείνουμε κι οι δυο μόνοι,
Να κοιτάμε αδιάφορα περαστικούς που περπατούν,
Να τους σχολιάζουμε για να σκοτώσουμε ώρα.
Φοβάμαι - το ξέρω, δεν το δείχνω.
Ακόμα κι οι σκιές απ’ τους καπνούς με κάνουν να τρομάζω.
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τίποτα,
Τίποτα, αλήθεια -
Μονάχα τη θολή ανάμνηση σου.
Κι όμως το θέλω, το θέλω μ’ όλη τη δύναμη που έχω,
Το θέλω κι είναι στ’ αλήθεια ανάγκη μέσα μου,
Και πρέπει, πρέπει, πρέπει
Να το πιστεύω πως ίσως θα μπορέσω,
Ίσως, λέω,
Ίσως μια βραδιά σαν και την αποψινή,
Ίσως επιτέλους να τα καταφέρω.
Να ξεριζώσω την καρδιά και την ψύχη μου,
Να την κλείσω μέσα σ’ ένα όμορφο κουτί,
Και να σου την ταχυδρομήσω.
Που είσαι;
Μου λείπεις.
Σε ψάχνω.
Σ’ αγαπώ.