Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Σκότωσε τη Ζωή που έχεις μέσα σου


ε μα στον γιατρό βέβαια





















«Ώρα για λίγο ουίσκι» σκέφτηκε ο Διονύσης και άπλωσε το χέρι του προς αναζήτηση οινοπνεύματος. Το καθαρά συμπτωματικό γεγονός ότι είχε κοιμηθεί μπροστά στον υπολογιστή με παραπάνω από δύο μπουκάλια vat69 δίπλα του τον βοήθησε στο να μην ψάξει πολύ. Γέμισε ένα ποτήρι μέχρι πάνω μόλις βρήκε το πρώτο μισογεμάτο μπουκάλι και κοίταξε το ρολόι του.

Ήταν πέντε το απόγευμα. «Όχι κι άσχημα» σκέφτηκε μιας και ο ύπνος πρέπει να τον είχε πάρει μετά τα ξημερώματα. Συνήθως κοιμόταν κατά τις έξι το πρωί αλλά τις τελευταίες μέρες πήγαινε με την αυγή στο φούρνο της γειτονιάς του που δεν άνοιγε πριν τις εφτά και αγόραζε μια φρατζόλα λευκό ψωμί. Ήταν το μοναδικό φαγητό που μπορούσε να βρει με 50 λεπτά και έτσι να επιβιώσει μερικές μέρες ακόμα με τα πενηντάλεπτα που έβρισκε σκόρπια στο σπίτι του. Συχνά τα μάζευε κέρμα το κέρμα και έπειτα πήγαινε χαρούμενος στο φούρνο να πάρει το φαγητό του. Οι πωλήτριες είχαν αρχίσει να παραξενεύονται λίγο αλλά επειδή έτσι κι αλλιώς τον θεωρούσαν ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό δεν έδιναν σημασία. «Μπορεί να μην έχει λεφτά» σκέφτονταν και πράγματι ο Διονύσης δεν είχε. Τα είχε πιει όλα σε αλκοόλ και συνέχιζε να τα πίνει.

Μόλις το ουίσκι άγγιξε τα χείλη του αισθάνθηκε άνθρωπος, θα έπινε ένα δυο ποτηράκια ακόμα και θα έφτιαχνε καφέ. «Μια νέα μέρα αρχίζει και δεν πρέπει να πάει χαμένη» σκέφτηκε. Κοίταξε το ταβάνι.

«Με αυτό το ρυθμό δε θα γαμήσω ποτέ» είπε δυνατά λες και μιλούσε στο θεό. Και ταυτόχρονα αποδεχόμενος τη μοίρα του άνοιξε το google chrome. Ήταν ώρα για facebook.
«ela trele ti leei» του στειλε ένας φίλος του
«Τίποτα μαν μου τώρα ξύπνησα»
«
liwma eisai pali
«λελ...ναι εσύ;»
«
kai egw, pame bolta»
«Μέχρι τα νότια βαριέμαι, θα βάλω κάτι ακόμα να πιω και θα δω τι θα κάνω» του έγραψε ο Διονύσης και επέστρεψε στο ποτό του. "Γλυφαδιώτες παιδί μου" σκέφτηκε. Δεν κατάλαβαν ποτέ την εργατική τάξη των βορείων προαστίων. Δεν πίνει για να βγει βόλτα, πίνει μήπως και είναι αρκετά τυχερή ώστε να μην ξαναβγεί ποτέ.

Άνοιξε το chat και θυμήθηκε ότι είχε υποσχεθεί σε μια κοπέλα να την προσθέσει στους φίλους του και γενικότερα να επικοινωνήσει μαζί της, εκείνη έβγαινε με έναν φίλο του εκείνη την περίοδο αλλά και πιο πριν έβγαινε με ακόμα έναν τέτοιο και πιο πριν και πιο πριν... Shit happens "Άλλωστε σιγά να μη με γουστάρει" είπε ο Διονύσης στον εαυτό του. Έκανε κλικ στην «Προσθήκη φίλου» και αυτή προφανώς στο «Αποδοχή αιτήματος» γιατί η  ηλεκτρονική ειδοποίηση ήρθε γρήγορα. «ΧΑ» σχολίασε και πάλι δυνατά ο Διονύσης «Μ’ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΜΕ ΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ». Λογικό ήταν να του αρέσει, σε όλους μας αρέσουν τα πράγματα που συμβαίνουν μια στο τόσο. Όπως πχ οι τρομοκρατικές επιθέσεις τώρα τελευταία.

«Ε..γεια» της έστειλε
«Γειαααα» του απάντησε
«Πίνω το τρίτο ουίσκι για σήμερα και σε σκέφτομαι»
«Τόσο ανυπόφορη είναι η σκέψη μου;» τον ρώτησε. Αυτός ξεκίνησε να γράφει ένα μικρό κειμενάκι που εξηγούσε πως δεν ήταν ανυπόφορη η σκέψη της αλλά κάθε σκέψη γενικώς. Θεέ μου αλήθεια του ήταν πολύ δύσκολο να σκέφτεται, το αλκοόλ το έκανε λίγο πιο υποφερτό αλλά μακροπρόθεσμα είχε άλλες, δυσάρεστες επιπτώσεις στη ζωή του. Όπως πχ να μην έχει λεφτά να φάει. Πφφ. Έσβησε το κειμενάκι, δε του άρεσε.

Αντ’αυτού της έστειλε μια φωτογραφία μιας γάτας που ήταν στον ώμο του.

«<3» απάντησε.
«Δικιά μου είναι»
«Είσαι cat person;»
«Μα φυσικά» απάντησε εκείνος
«<3» ξαναέγραψε εκείνη
«Πάμε για μπύρα το βράδυ;»
«Ναι» του είπε εκείνη και του πρότεινε ένα μαγαζί που όπως είπε ήταν κοντά στο σπίτι της. Κέντρο.
«Εκεί στις 11 λοιπόν;» της έστειλε
«Ναι» ξανάπε εκείνη.

Σηκώθηκε από την καρέκλα του χαρούμενος και ικανοποιημένος απ’ τον εαυτό του. Βέβαια μετά από τέσσερα ουίσκι οτιδήποτε θα τον έκανε να αισθάνεται έτσι. Εκτός από κάποια, οποιαδήποτε πρώην του. Σκατά είναι οι πρώην. Είτε οι δικοί σου είτε αυτών που θες πολύ. Πολύ ανακατωσούρα και κακό και μπερδέματα. Αλλά τώρα, he had a date και αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βγει απ’ το σπίτι. Αγγαρεία. Ήλπιζε να αξίζει τον κόπο.

Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του απ’ τη Γλυφάδα και κανόνισαν να βγούνε μαζί λίγη ώρα πριν πάει να δει την τύπισσα για να αγοράσει επί της ευκαιρία και λίγο χόρτο από αυτόν. Έκανε ένα μπάνιο όσο πιο γρήγορα μπορούσε και βγήκε έξω αρπάζοντας τελευταία στιγμή για να πάρει μαζί του το μπουκάλι με το ουίσκι. Έκανε τόσο ζέστη και φύσαγε τόσο λίγο που οι μύγες που πετάγανε ήταν η μοναδική πηγή δροσιάς. Γαμημένα καλοκαίρια.

Βρήκε το φίλο του στα Εξάρχεια και άπλωσαν την αφεντιά τους σε μια ολίγον-τι μίζερη καφετέρια στο τέλος ενός παρακμιακού δρόμου που βρώμαγε κάτι μεταξύ μπύρας και κατρουλίλας.
«Ψήνεις να πιούμε κανά εμ-ντι;» τον ρώτησε ο φίλος του.
«Ναι» είπε εκείνος, που φυσικά δεν ήθελε και πολύ σπρώξιμο. 
«Απλά ρε φίλε πίνεις απ’ την ώρα που ξύπνησες, θα πιεις και αυτό τώρα και μετά χόρτο, πιστεύεις ότι υπάρχει ελπίδα να σου σηκωθεί;»
«Άκου» του είπε ο Διονύσης, «Μια φορά στη ζωή μου μόνο δε μου σηκώθηκε κι αυτό ήταν με έναν μεγάλο μου έρωτα. Ντάξει; Κατά τα άλλα το έχω»
«Οκέι όπως θες» του είπε ο φίλος του και μοιράστηκαν μαζί ένα μπουκαλάκι. Άφησαν τα πράγματα τους στην καφετέρια και κάναν μια βόλτα τριγύρω. Ήπιαν ένα τσιγάρο και γύρισαν στο μαγαζί γρήγορα. Καθίσαν -σχεδόν ξαπλώσαν- σε έναν καναπέ. Κουβέντιασαν για λίγο.
«Ξέρεις Διονύση νομίζω πως είσαι πολύ καλύτερα φίλε μου»
«Μπορεί»
«Εγώ έτσι σε βλέπω και έτσι πρέπει να το πας στο εξής, τέρμα πια οι στεναχώριες για ασήμαντα πράγματα, σωστά;»
«Πιθανόν»
Κοιτάχτηκαν λίγο. Ήταν 10:30, η ώρα περνούσε γρήγορα.
«Πρέπει να φύγεις σιγά σιγά ε;»
«Σου αφήνω 10ε, φιλάκια αδερφέ»
«Τα λέμε»

Ανηφόρισε σιγά σιγά προς το μαγαζί που είχαν δώσει ραντεβού με την κοπέλα. Μέσα του ένιωθε ότι το έκανε με το ζόρι αλλά έτσι ένιωθε πάντα πριν τα ραντεβού του. Γενικά η επαφή με άλλους ανθρώπους είναι τόσο κουραστική και επίπονη που το πιο εύκολο είναι να την αποφύγεις, τα μόνα που δεν μπορείς να αποφύγεις είναι αυτά που γίνονται τυχαία αλλά αυτά είναι σπάνια και πρέπει να είσαι βαθιά εθισμένος στη μεταφυσική για να τους δώσεις μεγαλύτερη σημασία απ’ όση έχουν. Βέβαια αυτό ήταν και ο ίδιος, ένα μεταλλαγμένο side project του Χόλιγουντ με ταξική συνείδηση, στο βαθμό που αυτή βέβαια δεν προϋπέθετε τίποτα παραπάνω από το να κουνάει χαρωπά κόκκινες σημαιούλες όταν ήταν αρκετά νηφάλιος ή αρκετά φρικαρισμένος για να κατέβει σε πορείες. Δεν είχε δουλειά. Αν είχε δουλειά δε θα κατέβαινε σε πορείες. Θα έσπρωχνε το μεροκάματο σε φθηνή συνθετική κόκα απ’ την Ισπανία και κάποια στιγμή θα πέθαινε ευτυχισμένος ή έστω θα έφτανε μέχρι το λίγο πριν της ευτυχίας. 

Έφτασε στο μαγαζί. Αυτή τον περίμενε σε μια γωνία. Είχε μεγάλα ανοιχτά καφέ μάτια, μαύρο μαλλί και μεγάλα κόκκινα γυαλιά. Ήταν πολύ όμορφη και σίγουρα ήταν πιο ενδιαφέρουσα από το μέσο άνθρωπο στη ζωή του. Και είχε αρκετούς ενδιαφέροντες ανθρώπους στη ζωή του ή έστω έτσι νόμιζε. 
«Καλώς τη» της είπε και φιλήθηκαν σταυρωτά. Καθήσανε και παραγγείλανε από μια μπίρα. Θα ήταν η πρώτη του για σήμερα αλλά ευτυχώς είχε ακόμα πάρα πολύ καλό κεφάλι απ’ όσα είχε ήδη πιει. Στην πραγματικότητα +- 5% αλκοόλ δεν είχαν μεγάλη σημασία πέραν του να φτιάξουν ατμόσφαιρα.

Αράξανε. Ο Διονύσης της είπε ευθύς εξαρχής ότι είναι σεξιστής. Εκείνη του είπε ότι δεν το πιστεύει. Του είπε ακόμα πως ο πατέρας της την έδερνε και ίσως εκεί να οφείλονταν τα φετίχ της με το ξύλο στο σεξ. Της είπε ότι την πιστεύει και πως αν θέλει να μισήσει τον πατέρα της είναι ελεύθερη να το κάνει, απλά να έχει σε μια άκρη του μυαλού της πως όταν τα σκατά που σου κάνουν οι άνθρωποι γυρνάνε σε σεξουαλικά φετίχ είναι το καλύτερο happy end που μπορεί να έχει μια τέτοια, καθόλου happy ιστορία.

Φιληθήκανε. Με δισταγμό στην αρχή, με πιο πάθος μετά. Της χάιδεψε ελαφρά τη μέση. Δεν είχε το κουράγιο και κι ούτε του έβγαινε για παραπάνω στη μπυραρία που κάθονταν.
«Πάμε σπίτι μου;» τον ρώτησε αυτή που σα να κατάλαβε ότι γενικά ο τύπος δε το είχε και πολύ.
«Πάμε ναι» της είπε και αυτός. Πλήρωσαν και έφυγαν. Χώθηκαν σε ένα στενό. Ο Διονύσης την ακολουθούσε μηχανικά. Κοντοστάθηκαν κάπου και εκείνη άνοιξε μια άσπρη μεταλλική πόρτα.
«Στον 5ο πάμε, δυστυχώς δεν έχουμε ασανσέρ» του χαμογέλασε. Ανέβηκαν. Μπήκαν στο σπίτι. Ωραίο, όχι μικρό, όχι μεγάλο, τελείως φοιτητικό. Απ’ ότι φαίνεται θα το αγαπούσε αυτό το σπίτι καθώς, όλα τα πράγματα που του άρεσαν μέχρι τότε στη ζωή του ήταν φοιτητικά.
«Δεν πίνουμε κανά τσιγάρο;» της πρότεινε
«Δεν ξέρω...έχω πάρει και αντιβίωση, έχω πιει κιόλας...»
«Έλα μωρέ» της είπε εκείνος και άρχισε να στρίβει. Τέλειωσε και κάναν ένα διφυλλάκι τα δυό τους. Αυτό ήταν το τελευταίο του χασίς, δε θα αγόραζε σύντομα και προφανώς ο φίλος του δε θα του έδινε άμεσα με των τσάμπα.
Έσκυψε να τη φιλήσει
«Ρε δεν είμαι πολύ καλά» του είπε αυτή
«Α δηλαδή;»
«Σε πειράζει να κοιμηθούμε;» τον ρώτησε
«Ε όχι αλλά...»
«Δεν είμαι καλά!» του είπε και άρχισε να τον κοιτάει περίεργα, μετά πήρε το βλέμμα της από πάνω του και κοίταξε στο ταβάνι, κατόπιν κοίταξε όλο το σπίτι σα να το σάρωνε με ακτίνες χ ή σαν να έψαχνε κάτι συγκεκριμένο.
«Νιώθω χάλια» είπε
«Αυτό ήταν» σκέφτηκε εκείνος, «Εγγυημένη κρίση πανικού, τη γάμησα ή μάλλον δεν πρόκειται να γαμήσω». «Χρειάζεσαι τίποτα;» τη ρώτησε «Ναι να φωνάξεις ένα γιατρό» απάντησε αυτή.

Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν 1 το βράδυ σχεδόν και οι πιθανότητες να βγει γιατρό ήταν λίγες. Είχε ένα γνωστό βέβαια, έναν που αναλάμβανε όλα τα πρεζάκια του κόσμου και τους έγραφε συνταγές για κωδείνη μόνο με 10 ή 20ε την επίσκεψη. Δεν είχε καμιά καλύτερη επιλογή, πληκτρολόγησε τον αριθμό του και κάλεσε.
«ΡΕ» ακούστηκε η φωνή του γιατρού «Άκου θα τα πούμε μεθαύριο, μέχρι τότε μην με ενοχλείς» και του το κλεισε στη μούρη. Κοίταξε την κοπέλα που στο μεταξύ είχε γίνει άσπρη σαν χαρτοπετσέτα.
«Εντάξει» είπε «Φάγαμε άκυρο, ας δοκιμάσουμε και τα επείγοντα»

Μια ώρα μετά ήταν στο νοσοκομείο.

***

Άργησαν να βρούνε θέση για να τους δει γιατρός καθώς αν και είχαν έρθει με ασθενοφόρο, δεν ήταν ούτε οι μόνοι ούτε μπροστά μπροστά στη σειρά. Ένας γιατρός που εφημέρευε πήρε το ιστορικό της, κανόνισε την εισαγωγή και στα κρυφά έπιασε το Διονύση και τον ρώτησε
«Ήπιατε τίποτα»
«Εεε» του απάντησε αυτός με δισταγμό, «Ένα τσιγάρο»

Αυτός τον κοίταξε με φανερή αποδοκιμασία. Ο Διονύσης θα την ανταπέδιδε  ευχαρίστως, καθώς όσο ανοχή έδειχνε  στους αμόρφωτους που πίστευαν πως το χόρτο ισούται με πρέζα άλλο τόσο δεν άντεχε τους γιατρούς και γενικότερα τους μορφωμένους που είχαν παρόμοια στάση σε αυτά τα θέματα με τον χουντικό -και ευτυχώς νεκρό- παππού του αλλά δε το έκανε. Ας τέλειωνε κι αυτή η περιπέτεια καλά και υπήρχε πάντα χρόνος για τη νομιμοποίηση του χόρτου.
«ενΝΟΕίται πως δεν θα ξαναπιούμε» διαβεβαίωσε το γιατρό

Τη βάλανε σε ένα θάλαμο, της κάνανε μερικές αιματολογικές εξετάσεις και της βάλανε ορό. «Δεν είναι τίποτα» τους είπαν «Μια ελαφριά κρίση πανικού, στο εξής να είστε πιο προσεχτικοί με το τι πίνετε». Ο Διονύσης δέχτηκε την συμβουλή. Αναρωτήθηκε αν το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου πίστευε ότι είχε γαμήσει εκείνο το βράδυ ή αν καταλάβαιναν την αποτυχία του, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι με τις ελλείψεις που είχαν σε ανθρώπους και σε μέσα το πολύ πολύ να ενδιαφέρονταν για αυτόν αν τους έσκαγε με καναν καρκίνο να κρέμεται από το μάτι του. Δύσκολοι καιροί για μη-καρκινοπαθείς, για τους καρκινοπαθείς είναι πάντα δύσκολοι.

Έπιασε ένα διάλογο απ’ το διάδρομο. Έμοιαζε με κουβέντα εφήβων για το ποιός την έχει μεγαλύτερη με βασική συλλογιστική την επίκληση του ενός στη αυθεντία της μάνας του άλλου.
«Καλά μαλάκα μου έσκασε μια καρδιοπάθεια γάμησε τα, τι θα κάνουμε;»
«Ωχ για δείξε μου τα αποτελέσματα, πωπω ναι-χαχαχαχα» –ακούστηκαν τα γέλια απ’ τους δυο γιατρούς- «Γάμησε τα είσαι πολύ άτυχος όλες οι δύσκολες περιπτώσεις έρχονται σε σένα, βγάλ' τον με ένα φορείο στο διάδρομο και βλέπουμε τι θα κάνουμε»
«Λες να μας μείνει;»
«Ε άμα είναι να πεθάνει ας το κάνει τώρα, μην προετοιμάζουμε κι ολόκληρο χειρουργείο»... σε αυτό το σημείο ο Διονύσης σταμάτησε να ακούει. Είχε αποφασίσει ότι δεν τον ενδιέφερε το θέμα.
Πέρασαν μια δυο ώρες. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι τις 6 για να φύγουν και άρα είχαν ακόμα χρόνο. Ο Διονύσης άρχισε να χαζεύει γιατρούς, προσωπικό και συρτάρια.

«Πάω στοίχημα ότι μπορούμε να βρούμε πολλά ωραία φαρμακάκια σε αυτό το μέρος» είπε στην κοπέλα που ήταν ξαπλωμένη αναπαυτικά.
«Είσαι όντως πρεζάκιας τελικά, δε το παίζεις»
«Τώρα αυτό το λες για καλό ή κακό;»
«ΓΙΑ ΚΑΚΟ» φώναξε εκείνη λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε κι αμέσως την έπιασε βήχας.
«Τι έχει η κοπέλα;» ρώτησε μια φωνούλα. Ο true και όχι wannabe πρεζάκιας γύρισε προς το μέρος της. Είδε μια κυρία γύρω στα 50 με ψάθινο καπέλο παραλίας, γυαλιά ηλίου, μπλε ταγέρ, μαύρες γόβες και έντονο κόκκινο κραγιόν, να απευθύνεται σε αυτούς.
«Είναι καλά;» ξαναρώτησε
«Εεεε» έκανε αποσβολωμένος από το θέαμα που είχε μπροστά του ο Διονύσης «Ναι καλά είναι, μια χαρά»
«Λίγη ξεκούραση χρειάζομαι μόνο» πρόσθεσε και η κοπέλα με τη σειρά της.
«Εντάξει» έκανε χαρούμενη η τύπισσα και απομακρύνθηκε από τους δύο νέους, κατόπιν έψαξε τον γιατρό, τον εντόπισε εύκολα γιατί δεν ξέρω αν το ξέρεις φίλε αναγνώστη αλλά οι γιατροί φορούν κάτι άσπρες ρόμπες και ξεχωρίζουν απ' τον υπόλοιπο κόσμο
.
«Γιατρέ μου» του είπε «Είμαι σοβαρά άρρωστη»
«Χμμμ» σχολίασε ο γιατρός «Τι έχετε δηλαδή;»
«Έχω κάτι μικρά πράσινα πλάσματα πάνω στην καρδιά μου που μου την τρώνε σιγά σιγά και προσπαθούν να με σκοτώσουν. Θέλω να μου δώσετε ένα χαρτί ότι αυτό συμβαίνει για να πάω στην αστυνομία.»
«Α μάλιστα-μάλιστα» έκανε ο γιατρός και χαμογέλασε. Κατόπιν αγριοκοίταξε το Διονύση που είχε λιώσει στα γέλια από αυτό που άκουσε.
«Εσείς μπορεί να γελάτε» του είπε η κυρία με το ταγέρ «Αλλά να ξέρετε πως αυτά τα πλάσματα δε βρέθηκαν τυχαία εκεί, είναι πράκτορες που ελέγχουν τους ανθρώπους για να τους υποτάξουν στους διαγαλαξιακούς αφέντες τους, εγώ, μόνο εγώ κατάλαβα περί τίνος πρόκειται και γιαυτό θέλουν να με σκοτώσουν τώρα.»
«ΜΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΘΕΕ ΜΟΥ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» ήταν η μονη απάντηση που πήρε απ’ το Διονύση ο οποίος τώρα περισσότερο έκλαιγε παρά γέλαγε.
«Ελάτε ελάτε» είπε ο γιατρός στην Κυρία, «Θα σας γράψουμε
ladose»
Ο Διονύσης σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάτια του και ακούγοντας την τελευταία φράση απευθύνθηκε στο γιατρό
«Κοίτα γιατρέ, έπαιρνα ladose τόσους μήνες και δεν έκαναν τίποτα, σου φαίνεται ότι θα βοηθήσουν αυτήν εδώ; Γράψ’ της κάνα αντιψυχωτικό ξέρω 'γω»
«Ποιος είναι αυτός τέλος πάντων;» Ρώτησε μια νοσοκόμα το γιατρό για το Διονύση ακούγοντας τα γέλια του και βλέποντας τον να έχει στήσει κατάσταση μες το νοσοκομείο 5 παρά κάτι το πρωί.
«Δεν ξέρω» απάντησε πολύ σοβαρά ο γιατρός «Αλλά δε θα μείνει εδώ, Περάστε έξω κύριε, ενοχλείτε» πρόσθεσε
«ΜΑ ΕΙΜΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ»
«ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΠΑΡΕΙ ΕΞΙΤΗΡΙΟ Η ΚΟΠΕΛΑ ΘΑ ΣΟΥ ΠΟΥΜΕ, ΕΦΥΓΕΣ»

Και τον πέταξαν έξω.

Ο Διονύσης κάθισε μόνος του στο διάδρομο. «Σκατούλες» σκέφτηκε «Τι θα κάνω θα κοιτάω το ταβάνι; Το ΄χω κάνει χιλιάδες φορές αυτό και που κατέληξα; Αγάμητος σε ένα νοσοκομείο». Αμέσως πήγε στο διανυχτερεύον κυλικείο του νοσοκομείου και πήρε καφέ. Μέτριος χωρίς γάλα. Ευτυχώς είχε σταματήσει να σκέφτεται τον εύκολο συσχετισμό μεταξύ του καφέ και της ζωής του, αν όλα όσα ζούσε ήταν μυθιστόρημα το πιο εύκολο πράγμα θα ήταν να γράψει «Μέτριος χωρίς γάλα όπως η ζωή μου». Αλλά η ζωή του ήταν απλά ένα μάτσο από αρλούμπες. Τουλάχιστον η υπάλληλος του κυλικείου ήταν κοκκινομάλλα και τόσο γλυκούλα που σου κάνε κέφι να κάθεσαι εκεί να τη βλέπεις, δέκα λεπτά αργότερα όμως η βάρδια της τελείωσε και ήρθε το αγόρι της να την πάρει με τη μηχανή του κι ο Διονύσης ξανακοίταξε απελπισμένα αδιάφορος και αδιάφορα απελπισμένος το ταβάνι.

«Συγνώμη νεαρέ;»

Ο Διονύσης γύρισε και αντίκρισε τον πιο κοντό γέρο που είχε δει στη ζωή του, 1,55 μάξιμουμ με άλλα 45 εκατοστά να αποτελούν το μούσι του. Φόραγε κάτι τζάμια σα του Τρόσκυ στα μάτια του και φορούσε κόκκινη τραγιάσκα.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε στο Διονύση
«Ναι φυσικά τι θέλετε;» του απάντησε εκείνος σκεπτόμενος πως ούτε «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», την εφημερίδα των εργατών ήθελε να αγοράσει ούτε να συζητήσει πρωινιάτικα για τις πιθανότητες της επερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης.
«Θα μου πρότεινες να φάω τοστ ή τυρόπιτα;» είπε τελικά ο γέρος

Ο Διονύσης χαμογέλασε «Καλά τι κάνεις τόσο βράδυ νοσοκομείο, είσαι νοσηλευμένος;» τον ρώτησε
«Όχι καλέ μου» του απάντησε ο παππούς «Έχω φέρει τη γυναίκα μου που έχει αλτσχάιμερ ήρθαν και τα εγγόνια μας να μας δουν αλλά πείνασα και τους άφησα»
«Α μάλιστα να σας ζήσουν τα εγγόνια λοιπόν»
«Ποια εγγόνια;»
Ο Διονύσης χαμογέλασε και πάλι, ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχε μόνο η γυναίκα του γέρου –αν υπήρχε- αλτσχάιμερ αλλά και κάποιος άλλος εδώ πέρα και σίγουρα δεν ήταν ο ίδιος.

«Λοιπόν» είπε στο γέρο «Θα σε κεράσω εγώ, είσαι ευχαριστημένος με ένα τοστ;» και έβγαλε ένα πεντάευρω να πληρώσει την ταμία που είχε πάρει τη θέση της κοκκινομάλλας που δούλευε πριν.
«Και βέβαια νέε μου» είπε ο γεράκος «Μακάρι να ήταν όλοι σαν εσένα, τα εγγόνια μου πχ...»
«Δυο τοστ ζαμπόν παρακαλώ» είπε ο Διονύσης βιαστικά και ακούμπησε τα λεφτά στον πάγκο. Πήρε τα ρέστα, έδωσε το ένα τοστ στον γεραλέο φίλο του και άρχισαν να μασάνε με όρεξη.
«Καλό ε;» ρώτησε ο Διονύσης
«Ναι άρεσαν και στη γιαγιά μου αυτά τα τοστ» είπε ο γέρος
«Και στη δικιά μου, τι σύμπτωση, αλλά τι κάνουμε, δε συστηθήκαμε τόση ώρα, με λένε Διονύση, εσάς;» είπε ο Διονύσης και του άπλωσε το χέρι. Ο γέρος το έσφιξε.
«Ναι ναι μου άρεσε και μένα το τοστ, σε πειράζει να δυναμώσουμε λίγο την τηλεόραση;» ρώτησε αυτός.
Και ο Διονύσης χαρωπά-χαρωπά πήγε προς την τηλεόραση για να δυναμώσει τον ήχο.
«Α ωραίο κανάλι αυτό» είπε ο Ναι-ναι-μου-άρεσε-και-μένα-το τοστ-σε πειράζει-να δυναμώσουμε-λίγο-την-τηλεόραση.

Και ο παρουσιαστής του καναλιού...παρουσίασε:

«ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ...ΕΚΤΟΣ ΟΥΕΦΑ Η...ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΜΕ...ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ Η ΖΩΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ...ΤΟ ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ ΘΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟ ΕΧΕΙ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ...ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΩΝ 7»

«Μάλιστα» έκανε αδιάφορα ο Διονύσης και έπιασε το κινητό του που δονούταν. Ήταν μήνυμα απ’ τη φίλη του:
«Μου δώσαν εξιτήριο, έλα να φύγουμε» 

Έβαλε το κινητό του στην τσέπη, «Πήραμε εξιτήριο εμείς, αντίο» χαιρέτησε το γέρο «Καλή συνέχεια και φιλιά στα εγγόνια»

«Ποια εγγόνια; Στο καλό να πας παλικάρι μου» του είπε ο γέρος και τον χαιρέτησε και αυτός.
Κι ο Διονύσης ανέβηκε τα σκαλάκια για τον όροφο που ήταν η φίλη του χωρίς να ακούσει ποτέ το γέρο, που εκείνη την ώρα έλεγε στην υπάλληλο του κυλικείου «Το κεφάλαιο δεν τρέφεται με τίποτα παραπάνω απ’ την υπεραξία σου...»

***

Οι δυο νέοι πήραν λοιπόν το εξιτήριο και γύρισαν σπίτια τους. Για την ακρίβεια στο σπίτι της κοπέλας που ήταν άλλωστε και πιο κοντά στο νοσοκομείο. Ένας Αλβανός ταξιτζής τους άφησε απ’ έξω. Άνοιξαν και πέσαν σα πτώματα στο πρώτο μαξιλάρι που βρήκαν εύκαιρο. «Θα μπορούσε να πάει και χειρότερα» σκέφτηκε ο Διονύσης και έκλεισε τα βλέφαρα του. Ήταν Έξι και κάτι ψιλά το πρωί.

Κατά τις 12 σηκώθηκε. Η κοπέλα κοιμόταν ακόμα. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και έκλεψε ένα γιαούρτι απ’ το ψυγείο, έφτιαξε έναν καφέ και κάπνισε δυο τσιγαράκια. Κοίταξε ένα βιβλίο που ήταν στο πάτωμα. Ο πρώτος τόμος από την ιστορία της σεξουαλικότητας. «Αχ...» σκέφτηκε. «Τα διαβάζουν από τα 18 τους τώρα αυτά, εγώ έπρεπε να πάω 21 για να διαβάσω Φουκώ, τι άχρηστος που είμαι...» και πέταξε τον Φουκώ κάτω, απ’ όσο θυμόταν συμφωνούσε μαζί του στα περισσότερα αλλά ο Φουκώ είχε πεθάνει.

Σηκώθηκε έφτιαξε κάπως τα ρούχα του, πέταξε λίγο νεράκι ακόμα στη μούρη και αποφάσισε να φύγει. Ωραία ήταν όσο κράτησε, είναι ευχάριστο να πηγαίνεις ως επισκέπτης σε νοσοκομεία, το μόνο καλύτερο είναι να πηγαίνεις σα γιατρός ή σα κλέφτης. Άνοιξε την άσπρη πόρτα και εξαφανίστηκε στο Αθηναϊκό μεσημέρι που μόλις άρχιζε έτοιμο να καταπιεί κι άλλους απροετοίμαστους είτε ξεκινούσαν για να δώσουν βιογραφικό σε κάποια θέση εργασίας είτε για να βρουν την πρωινή τους δόση πρέζας.

«Καλημέρα ήλιε!» είπε χαρούμενα αλλά σηκώνοντας το φρυδάκι του ο Διονύσης κλείνοντας την πόρτα πίσω.

Άκουσε ένα ΓΚΑΠ, ένιωσε έναν πόνο στο κεφάλι του και όλα έσβησαν μέσα στο σκοτάδι.

***
Ξύπνησε -άγνωστο πόση- ώρα μετά σε ένα μέρος που δεν αναγνώριζε. Πόναγε ακόμα και έπιασε ενστικτωδώς το κεφάλι του. Όλα ήταν στη θέση τους ευτυχώς. Παρατήρησε τριγύρω του. Ήταν δεμένος στα πόδια και πάνω σε έναν μαύρο δερμάτινο καναπέ. Όλο το δωμάτιο που βρισκόταν έμοιαζε υπερπολυτελές.

«Θα με βιάσουν» σκέφτηκε και στο καπάκι ξανασκέφτηκε απογοητεύμένα «Μπα τα όργανα θα μου πάρουν...και υπάρχει μόνο ένα πράγμα χειρότερο απ’ το να σε βιάσουν, να σε σκοτώσουν». Η κατάσταση πραγματικά δεν προμήνυε τίποτα καλό και χειροτέρευσε όταν ένας τύπος με μαύρο κουστούμι και γυαλιά μπήκε στο δωμάτιο. Για λίγο ο Διονύσης πίστεψε ότι έφτασε το τέλος του αλλά ο τύπος του μίλησε αρκετά φιλικά και ήρεμα.
«Θες να φας κάτι πριν σε δει το αφεντικό;»
«Εεεεε δεν μου εξηγείς τι συμβαίνει καλύτερα;»
«Να σου εξηγήσω τι συμβαίνει;»
«Ε πες με τρελό αλλά συνήθως όταν συνέρχεται ο άνθρωπος τον οποίο ΚΡΑΤΑΜΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΥΡΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ  ΜΕΡΟΣ συνηθίζουμε να του εξηγούμε γιατί έγιναν όλα αυτά, μια ιδέα λέω
τώρα έτσι;»
«Ααα»
«...»
«Λυπάμαι αλλά θα στα πει όλα το αφεντικό, να ήρθε»

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μέσα μπήκε μια ξανθιά με κόκκινο παλτό και άσπρα μαργαριτάρια περασμένα όμορφα στο λαιμό της «Ναι» σκέφτηκε έκπληχτος ο Διονύσης «Δεν υπάρχει αμφιβολία είναι η ...»

Και ήταν όντως η Μέρκελ.

Η καγκελάριος της Γερμανίας κάθισε δίπλα του «Καημένεχ γκριχεν» είπε «Τι σου κάναμε και σένα»
Ο Διονύσης είχε φρικάρει προφανώς τη ζωή του αλλά προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του μήπως και έβγαινε ζωντανός ή έστω μήπως πέθαινε με τον πιο ανώδυνο για αυτόν τρόπο. Ξεκίνησε να μιλάει πολύ προσεχτικά λοιπόν.
«Αγαπητή ευεργέτιδα της Ελλάδας, φράου Μέρκελ, σας γνωρίζω και σας αγαπώ και αυτά τα μαργαριτάρια σας πάνε πάρα πολύ αλλά δεν καταλαβαίνω τι σας έκανα και βρέθηκα εδώ, δεν ψηφίζω καν ΣΥΡΙΖΑ»

Η Μέρκελ κοίταξε τον βοηθό της και έβαλαν τα γέλια.

«Βρε χαζούλη, το ξέρω ότι με μισείς και ψήφισες ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται να προσποιείσαι»
«Μα όντως δεν ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ»
«Χμμμ, αυτό σε κάνει ακόμα πιο ιδανικό για τα σχέδια μας...»
«Παίρνετε όργανα από αντισυριζαίους;»
«ΚΑΤΣΕ ΛΙΓΟ ΗΣΥΧΑ» είπε με έντονο ύφος η Καγκελάριος. «Είμαι πράγματι ευεργέτιδα της Ελλάδας αλλά όχι επειδή σας δίνω μερικά ψωροδισεκατομμύρια ευρουλάκια να παίξετε, έχω πιο σημαντικά πράγματα να κάνω»
«Όπως;»
«Να σώζω τον κόσμο από επίθεση εξωγήινων»
«Άλλη τρελή μας βρήκε, σας ευχαριστώ που υπερασπίζεστε τον πλανήτη μου, μπορώ να πάω σπίτι τώρα φραου Μέρκελ;»
Η Μέρκελ χαμογέλασε
«Όχι, και θέλω να με προσέξεις πολύ προσεχτικά σε αυτά που θα σου πω, την τύπισσα που είδες στο νοσοκομείο που σου είπε για τα πλάσματα που έχει στην καρδιά την θυμάσαι;»
«Ναι...»
«Ε λοιπόν δεν σου έλεγε ψέματα, ανακάλυψε τη συνωμοσία των εξωγήινων και αυτοί βάλανε τα πλάσματα που είχε μέσα της να την σκοτώσουν, τελικά της προκάλεσαν μόνιμες εγκεφαλικές και καρδιακές βλάβες»
«Και...και τι της συνέβη;» είπε δειλά δειλά ο Διονύσης
«Την σκοτώσαμε εμείς, αναγκαστήκαμε δηλαδή, είχε βγει εκτός ελέγχου»
«Κι...κι αν ας πούμε όλα αυτά είναι αλήθεια, εγώ που κολλάω;» ρώτησε τρομαγμένα ο Διονύσης και συνέχισε «Η Γη αντιμετωπίζει μια απειλή, οι ηγέτες της προσπαθούν να τη σώσουν για να μη χάσουν την εξουσία τους, τι με κόφτει εμένα, η ζωή μου θα ήταν σκατά ακόμα κι αν κυβερνούσε το καστ του σταρ τρεκ, γιατί με κρατάτε εδώ;»
«Γιατί θέλουμε να σώσεις τον κόσμο...» απάντησε ο βοηθός της Μέρκελ.
«Ακι-Νά-Κι» του είπε αυτή κάπως φοβισμένη «Δεν είναι νωρίς για να του το πούμε αυτό;»
«Χάνουμε χρόνο αγαπητή μου, η Ζωή σύντομα θα κάνει την κίνηση της»
«Η Ζωή;» ρώτησε παραξενεμένος ο Διονύσης
«Αχ...» βαριαναστέναξε η Ανωτάτη του γερμανικού κράτους, «Ας είναι λοιπόν... άκου μικρέ μου φίλε, η Ζωή Κωνσταντοπούλου δουλεύει με τους εξωγήινους, προετοιμάζει την έξοδο της Ελλάδας απ’ το ευρώ, το ΝΑΤΟ και το μνημόνιο όχι για να απαλλαγεί από εμάς, αυτό είναι μια πρόφαση, θέλει την πτώση της αμυντικής δυνατότητας της χώρας ώστε να καταστεί το αδύναμο σημείο της Ευρώπης και να αποβιβάσουν εκεί τα στρατεύματα τους. Δεν ξέρουμε αν τα κάνει με τη θέληση της ή αν είναι υποχείριο των δυνάμεων τους, πάντως το κάνει και πρέπει να τη σταματήσουμε  προτού καταλάβει την εξουσία.»
«Δηλαδή μου λες ότι η Ζωή θέλει να φέρει τους εξωγήινους στη χώρα και να κυριαρχήσει στον πλανήτη μας, ωραία ας δεχτούμε αυτή την παρανοϊκή ιστορία, εγώ τι θες να κάνω; Να πάρω ένα όπλο και να μπω στα κεντρικά του κόμματος της, της πλεύσης ελευθερίας και να τη σκοτώσω;»
«Πάνω κάτω ναι» απάντησε η Μέρκελ.
«Α...εεε...γιατί εγώ;» ρώτησε ο Διονύσης.
«Θυμάσαι τον παππού στην καφετέρια;»
«Αυτόν με το Αλτσχάιμερ;»
«Ξεχνάει λίγο» είπε η Μέρκελ «Αλλά είναι ικανός πράκτορας, ήμασταν μαζί στην ΣΤΑΖΥ και εγγυώμαι για τις ικανότητες του, αυτός σε διάλεξε λοιπόν»
Ο Διονύσης από μέσα του μετάνιωνε για το τοστ που κέρασε το γέρο.
«Άρα τι κάνω εγώ τώρα;»
«ΑΠΛΟ» πετάχτηκε ο βοηθός της Μέρκελ ο Ακι Να Κι «Έχεις μια βδομάδα να τη σκοτώσεις, δε θα σε περιμένει, απλά γάζωσε την με σφαίρες, καλή επιτυχία, να τον βγάλω έξω κυρία Καγκελάριε;»
«Ναι σε παρακαλώ αγαπητέ μου» είπε εκείνη και χαμογέλασε «Είμαι σίγουρη άλλωστε ότι θα τα καταφέρει.»
Ο Βοηθός έπιασε τον Διονύση απ’ το γιακά και τον πέταξε έξω. Αν και πεσμένος χάμω ο Διονύσης αναγνώρισε αμέσως το δρόμο. Ήταν στο κέντρο ακόμα.

«Πω ποιος πάει μέχρι το Χαλάνδρι τώρα;» σκέφτηκε και ξεκίνησε σιγά σιγά για το σπίτι του με όλες τις τύχες του πλανήτη να πέφτουν στους ώμους του.

***

Κατά το μεσημεράκι έφτασε σπίτι του άνοιξε την πόρτα και αναστέναξε ανακουφισμένα όταν αυτή έκλεισε πίσω του. Έψαξε το ψυγείο και βρήκε ένα  κόκκινο σαπιόκρασο, το ανακάτεψε με λίγη βότκα που βρήκε σε ένα συρτάρι και κάθισε να σκεφτεί τα όσα του είχαν συμβεί.

Ήταν ο Διονύσης Ρακόπουλος. Γεννημένος το 1989. Πρώην φοιτητής. Κομμουνιστής κάποτε και ίσως ακόμα. Του άρεσαν 5-10 βασικά πράγματα στη ζωή και αυτό ήταν όλο. Οι beatles, οι κοκκινομάλλες, τα ψυχεδελικά ναρκωτικά, οι γάτες και οι έφηβες. Το είχε προσπαθήσει για συγγραφέας αλλά δε του είχε βγει. Μετά παραλίγο να τον τραβήξουν σε δίκη γιατί είχε κάνει κάτι με μια 14χρονη και οι γονείς της το έμαθαν. Για να γλυτώσει είχε προληπτικά φύγει στη Βουλγαρία και ένα χρόνο περίπου μετά γύρισε. Το κράταγε κρυφό αυτό αλλά οι κοντινότεροι φίλοι του, δηλαδή ένας μικροντίλερ χόρτου που είχε γνωρίσει από το ίντερνετ, ένας γκέι πρεζάκιας που έκανε παρέα λόγω κοινών προτιμήσεων στον κινηματογράφο και ένας Τσέχος που λεγόταν Αβραάμ και ήταν σκηνοθέτης σε ταινίες πορνό προτού χάσει τη δουλειά του, το ήξεραν. Δεν τον έκριναν. Μερικοί μάλιστα ή μάλλον όλοι, τον ενθάρρυναν.

Μέχρι πριν κάτι μήνες είχε διάθεση να το προσπαθήσει, να βρει μια δουλειά, να συμβιβαστεί με την έλλειψη ταλέντου που τον χαρακτήριζε και ίσως να συνεχίσει τις σπουδές του. Τελικά αρχίδια. Μια σειρά από ατυχή γεγονότα τον είχαν οδηγήσει στο αλκοόλ το οποίο, όπως παραδεχόταν και νηφάλιος και μεθυσμένος, ήταν ότι καλύτερο του είχε συμβεί μετά τη Χριστίνα, μια πρώην του που έμοιαζε με γάτα. Δεν είχε καταλάβει ακριβώς γιατί χώρισαν ή αν όντως είχαν χωρίσει αλλά συνήθως έπινε τόσο πολύ που δε μπορούσε να το σκεφτεί. Εκτός απ’ το ποτό όμως αγαπούσε και άλλα πράγματα στη ζωή. Για παράδειγμα τα όπλα. Είχε μια μικρή συλλογή στο δωμάτιο του την οποία ήλπιζε να μεγαλώσει με τα χρόνια και την οποία χρησιμοποιούσε για να τρομοκρατεί τους γείτονες τα βράδια που μεθυσμένος έβγαινε στο μπαλκόνι και πυροβόλαγε στον αέρα. Δεν είχε τρελαθεί ακριβώς. Βαθιά μέσα του η λογική κρατούσε ακόμα τα ηνία γι’ αυτό και πυροβολούσε μόνο στον αέρα.

«Αν έμενα με τους γονείς μου» σκέφτηκε ο Διονύσης «Δε θα είχα φτάσει σε αυτή την κατάσταση». Αυτό φυσικά ήταν μια πικρή αλήθεια. Ο Διονύσης, όπως οι περισσότεροι αλκοολικοί, φοβόταν πάρα πολύ το επικριτικό βλέμμα της οικογένειας του και ίσως να είχε αναγκαστεί να σταματήσει τις καταχρήσεις αν τους έβλεπε, αλλά δεν τους έβλεπε γιατί περνούσαν τουλάχιστον έξι μήνες μακριά αφού εκείνοι πήγαιναν στο χωριό από αρχές Μαΐου μέχρι τέλη Οκτώβρη. Είχε δηλαδή ακόμα αρκετό καιρό στη διάθεση του για να πεθάνει ή ότι άλλο.

Αλλά για την ώρα είχε κάποιον να σκοτώσει.

Έστριψε ένα τσιγάρο και κάθισε να το σκεφτεί το θέμα. Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ανερχόμενη πολιτικός και πρόεδρος της Βουλής επί πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αγενέστατη και κουραστική χωρίς να λέει κάτι καινούργιο, αλλά τουλάχιστον είχε κάνει την πρώτη παρατήρηση περί σεξισμού στο κοινοβούλιο και αυτό μπορούσε να πιστωθεί στα θετικά της. Φυσικά και οι περισσότερες γυναίκες είναι ζώα με δάχτυλα αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τα υπόλοιπα ζώα, δηλαδή  οι άνδρες, έχουν το δικαίωμα να τους κλέβουν τις μπανάνες. Η Ζωή ήταν για τον πούτσο και το ίδιο και οι συμπολίτες του που πίστευαν ότι εκπροσωπεί κάτι το διαφορετικό. Α μια καθυστερημένη που φωνάζει πολύ και λέει ότι η Μέρκελ είναι ναζί. Τι πρωτότυπο και ριζοσπαστικό που ήταν. «Πφφ» έκανε απογοητευμένα ο Διονύσης και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό του. Τώρα αυτή η Κωνσταντοπούλου έπρεπε να πεθάνει γιατί δούλευε με τους εξωγήινους, τι περίεργη ιστορία και αυτή.
Ήπιε λίγο ακόμα και έκανε το πρώτο πράγμα που θεώρησε σωστό. Πήρε τηλέφωνο τη Χριστίνα.

«Νιάαααααααου;» ακούστηκε η φωνή της μετά από δυο τρία χτυπήματα του τηλεφώνου. Ο Διονύσης πήρε βαθιά ανάσα και πρωτού πάθει κρίση πανικού το έκλεισε.
«Άστο καλύτερα» σκέφτηκε. Δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει περίπου τίποτα, ούτε και την νέα του αποστολή κατευθείαν από την Καγγελάριο της Γερμανίας. Αντ’αυτού προτίμησε να ρίξει λίγο νερό στα μαλλιά του και να πάει να βρει το γιατρό έστω και μια μέρα νωρίτερα μπας και του γράψει λίγη κωδείνη σε χάπια. Του άρεσε να την αναμειγνύει με αλκοόλ και άλλωστε τι θα του λεγε ο γιατρός, «Δε σε δέχομαι;»

***

«Δε σε δέχομαι» είπε ο γιατρός
«Είμαστε φίλοι τόσα χρόνια!» διαμαρτυρήθηκε έντονα ο Διονύσης που ούτε και αυτός ήθελε να κουβαλιέται στο γραφείο του γιατρού στη Ν. Ιωνία αλλά τι να κάνει.
«Δεν είμαστε, είσαι πελάτης μου, αλλά κι αν ήμασταν αυτό θα ήταν αδιάφορο.» απάντησε ο γιατρός που στεκόταν απέναντι του, ψηλός ψηλός και αδύνατος με την άσπρη ρόμπα του, ο αι-Βασίλης των πρεζακίων της Αθήνας. Με 15ε σου έγραφε 2-3 πακέτα απ’ ότι φάρμακο ήθελες. Φυσικά ενίοτε οι ασθενείς του πέθαιναν αλλά ο Διονύσης είχε κρατήσει περισσότερο απ’ όλους. Αυτό οφειλόταν σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν ότι η εμπειρία του Διονύση με την πρέζα δεν είχε κρατήσει ούτε χρόνο, ο δεύτερος ήταν πως είχε ταμπού το να βαράει ενέσεις και ότι έπαιρνε το έπαιρνε απ’ τη μύτη ή το στόμα. Με αυτά και αυτά ήταν σταθερός στο ιατρείο και στα αλήθεια δεν σκόπευε να πεθάνει από υπερβολική δόση. «Ο Μπάροουζ γιατί έζησε μέχρι τα 200;» συνήθιζε να λέει.

«Άκου Διονύση» συνέχισε ο γιατρός.  «Δεν μπορείς να έρχεσαι όποτε θες εδώ και να ζητάς ότι σου καπνίσει. Μου χρωστάς λεφτά και βλέπεις ότι δε το αναφέρω αλλά περιμένω τουλάχιστον να είσαι τυπικός, και τι χάλια είναι αυτά, βρωμάς 15 διαφορετικά ποτά».
«Αποκλείεται, είναι ξεκάθαρα 5»
«Νομίζω παραπάνω Διονύση»
«Η άλλη μυρωδιά είναι σπέρμα, ο αυνανισμός κάνει καλό να το δοκιμάσεις καμιά φορά γιατρέ μήπως πάψεις να είσαι τόσο στριμμένος»
«ΚΑΙ ΕΣΥ» άρχισε να φωνάζει ο γιατρός «ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙΣ ΝΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΠΑΨΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΡΕΖΑΚΙΑΣ»
Ο Διονύσης χαμογέλασε. Ο γιατρός ούρλιαζε άρα είχε κερδίσει το παιχνίδι. «Τέλος πάντων» είπε εκείνος κατεβάζοντας τα ντεσιμπέλ της φωνής του σιγά σιγά «Θα σου γράψω τι θες μπας και φύγεις, κωδείνη αν θυμάμαι καλά;»
«Αμέ, 3 πακέτα!»
Ο γιατρός έγραψε την συνταγή και έκανε να τη δώσει στο Διονύση. Αυτός άρπαξε το χαρτί αλλά ο γιατρός δε το άφηνε.
«Πρώτα τα 15ε» ζήτησε ο Γιατρός
«Ρε Λάκη...»
«Να με λες ‘’γιατρέ’’ και συγνώμη αλλά ήδη χρωστάς αρκετά»
«Μα τα χρειάζομαι τα χάπια»
«Και εγώ χρειάζομαι τα 15ε για να ζήσω Διονύση μου»
«Κι αν σου πω ότι πρέπει να μου τα γράψεις επειδή φεύγω για μια αποστολή που θα σώσει τον κόσμο;»
«Δε θα σου πω ότι παίρνεις ναρκωτικά αλλά θα σε ρωτήσω πόσα ναρκωτικά παίρνεις»

Ο Διονύσης αναστέναξε. Δεν περίμενε ότι θα έφτανε να αποκαλύψει ένα παγκόσμιο και ίσως διαγαλαξιακό μυστικό για 15 ευρώ αλλά οι καιροί ήταν δύσκολοι.
«Μου ανέθεσαν να σκοτώσω κάποιον Λάκη»
«Δε θέλω να με λες...σοβαρολογείς τώρα;»
«Ναι»
Ο γιατρός τράβηξε μια καρέκλα και έκανε να κάτσει «Πες μου» είπε
«Όχι όχι» έκανε δήθεν με αδιαφορία ο Διονύσης «Εντάξει καταλαβαίνω δεν έχεις αρκετό χρόνο και σε πιέζω πολύ, φεύγω τώρα θα τα πούμε» και κίνησε προς την πόρτα
«Εντάξει εντάξει» είπε ο γιατρός, 
«Θα σου δώσω τη συνταγή τσάμπα».
«Και του επόμενου μήνα;»
«Το παρατραβάς».
«Εντάξει γιατρέ» είπε χαμογελώντας ο Διονύσης και πήρε το μαγικό χαρτάκι απ’ τα χέρια του Λάκη. Ο Λάκης ένιωσε ένα καψάλισμα στα δάχτυλα του αλλά ανυπομονούσε να προχωρήσουν στο θέμα τους.
«Λέγε λοιπόν».
«Ήταν απόγευμα, είχα μόλις ξυπνήσει και έβαλα να πιω ένα ποτήρι ουίσκι...» ξεκίνησε την ιστορία του ο αφηγητής.

***

«Είναι απίστευτο» σχολίασε ο γιατρός όταν ο Διονύσης τέλειωσε την ιστορία του.  ‘Έτρεμε ολόκληρος και είχε ασπρίσει. Ο Διονύσης το παρατήρησε.
«Χαλάρωσε γιατρέ, πάμε να πάρουμε τα χάπια να γίνουμε; Θα σου δώσω και σένα».
«Όχι να μου πεις τι σκοπεύεις να κάνεις».
«Ε θα βρω ένα όπλο, θα μπω στα γραφεία της και θα τη σκοτώσω».
«Αυτό είναι το σχέδιο σου;»
«Έχεις κάτι καλύτερο να προτείνεις; Ανοιχτός είμαι...»
«Άσε με να έρθω μαζί σου...»
«Μα...εεε...γιατί να θες να κάνεις κάτι τέτοιο;»
«Απλά δέξου με στην αποστολή σου» είπε ο γιατρός.

Ο Διονύσης τον κοίταξε προσεχτικά. Ήταν εμφανές ότι ο γιατρός σοβαρολογούσε. Περίεργο. Όσα χρόνια τον ήξερε ήταν ένας μάλλον ήσυχος άνθρωπος που κοίταζε το γραφείο του, τα πρεζάκια που είχε για πελάτες και την υποψηφιότητα του για σύνεδρος της Νέας  Δημοκρατίας. «Είναι περίεργος ο κόσμος» σκέφτηκε ο Διονύσης. Σε ένα άλλο σύμπαν ο Λάκης ο γιατρός των οπιομανών της Αθήνας δε θα του μίλαγε καν ούτε δημόσια ούτε πριβέ αλλά με την οικονομική κρίση να βαράει από παντού και τον ίδιο πολύ τεμπέλη για να δουλέψει πραγματικά το ιατρείο του κατέφυγε στην εύκολη λύση. Έγραφε τα πάντα στους πάντες και εισέπραττε το ποσό της επίσκεψης. Δεν ήθελε πολλά απ’ τη ζωή του άλλωστε.

«Όχι» είπε τέλος ο Διονύσης
«Μα γιατί;» τον ρώτησε σχεδόν κλαίγοντας ο Λάκης
«Γιατί κάτι μου κρύβεις. Μέχρι να μου το αποκαλύψεις λοιπόν...»
«Τι να σου κρύβω δηλαδή;»
«Το λόγο που θες τόσο να με βοηθήσεις»
Ο γιατρός αναστέναξε
«Βγαίναμε»
«Τι;»
«Βγαίναμε...εγώ και αυτή...εγώ και η Ζωή ήμασταν ζευγάρι παλιά»
«Σοβαρολογείς; Πόσο παλιά;»
«Στο Λύκειο»
«Ε δεν μετράει ξεπέρασε το»
«ΜΕΤΡΑΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΤΡΑΕΙ»
«Άκου γιατρέ» είπε ο Διονύσης «Καταλαβαίνω τις πονεμένες καρδιές, συγγραφέας ήθελα να γίνω άλλωστε, και εμείς αγαπήσαμε και εμείς πονέσαμε και εμείς προσφερθήκαμε να σκοτώσουμε κόσμο κλπ αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι εδώ το θέμα μας δεν είναι προσωπικό, η Ζωή μπορεί να μην είναι καν η Ζωή αλλά να έχει καταληφθεί το μυαλό της από τους εξωγήινους.»
«Ακόμα ένας λόγος να τη σκοτώσω».

Έσφιξε τα δόντια του. Κοιτάχτηκαν. Μίλησε ο Διονύσης.

«Είσαι αποφασισμένος ε;»
«Και βέβαια!»
«Εντάξει, δε γαμιέται, δεν έχω και τίποτα να χάσω, πάμε να εξαργυρώσουμε τις συνταγές και μετά σπίτι μου να πάρουμε τα όπλα και να την πέσουμε στα γραφεία της, μέχρι το βραδάκι θα έχουμε τελειώσει, μόνο που...»
«Μόνο που;»
«Εξασφαλίζω άλλη μια τσάμπα συνταγή τώρα που σε παίρνω μαζί μου σωστά;»
«Γαμημένε» σχολίασε σιγανά ο γιατρός και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του σε ένδειξη συμφωνίας.

Ξεκίνησαν αμέσως.

***

Ο Λάκης και ο φίλος του που είχε χρεωθεί την αποστολή σωτηρίας της Ελλάδας και του πλανήτη δεν άργησαν να γυρίσουν στο μέρος που βρισκόταν ο οπλισμός. Στο σπίτι του Διονύση δηλαδή.

«Ετοιμάσου» είπε ο Διονύσης και άνοιξε την ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας του. Ο γιατρός αντέδρασε αμέσως στο θέαμα.
«Την πατήσαμε...» είπε δυνατά.
«Μα γιατί» είπε ο Διονύσης και έβγαλε από την ντουλάπα την κυνηγετική του καραμπίνα και μια τσέχικη μπερέτα που είχε πάρει μισοτιμής από τον ίδιας εθνικότητας φίλο του.

Ο γιατρός άρχισε να κόβει βόλτες πάνω κάτω μουρμουρίζοντας «Δεν είναι δυνατόν», «Αυτό ήταν» και «Την κάτσαμε τη βάρκα». Ήξερε ότι οι ελπίδες τους να εντοπίσουν τη Ζωή ήταν λίγες χωρίς βοήθεια αλλά ακόμα κι αν την έβρισκαν, αν ήταν δηλαδή απλώς στα γραφεία το κόμματος της, δε θα μπορούσαν ποτέ να ολοκληρώσουν την αποστολή τους με αυτόν τον ελάχιστο εξοπλισμό.

«Γιατί εμπιστεύτηκα ένα πρεζάκι;» αναρωτήθηκε δυνατά αγνοώντας το Διονύση.
«Μπορείς πάντα να τα παρατήσεις» του επισήμανε αυτός. Ο Λάκης γύρισε προς το μέρος του. Έμοιαζε –και λογικά ήταν- προσβεβλημένος.
«Αυτό αποκλείεται» είπε και πρόσθεσε «Πάρε την καραμπίνα εσύ, θα πάρω εγώ τη μπερέτα, που έχει σφαίρες;» Ο Διονύσης του έδειξε. Οπλίσανε. Βάλανε τα όπλα σε μια βαλίτσα ο ένας, στην τσέπη του ο άλλος και ξεκινήσανε για τα γραφεία της «Πλεύσης Ελευθερίας».

***
Η Πλεύση Ελευθερίας είχε ιδρυθεί πριν κάτι μέρες, ήταν ένα κόμμα που διεκδικούσε τα 6 Δ (Διαφάνεια, Δημοκρατία, Δικαιοσύνη, Δικαιώματα, Διαγραφή χρέους και Διεκδίκηση γερμανικών αποζημιώσεων) τα οποία είχε βάλει και στο λογότυπο της, ένα μοβ καράβι με γαλαζιομελιτζανί πανιά. Οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές στην Ελλάδα θεωρούσαν ότι με την Πλεύση Ελευθερίας ο λαός θα έπαιρνε τα τρία του αρχίδια και όχι τα έξι δέλτα αλλά τέτοιες αναλύσεις πετάχτηκαν απ’ την πρώτη στιγμή στα σκουπίδια ως μισογυνιστικές καθώς η Ζωή Κωνσταντοπούλου όλως περιέργως ήταν γυναίκα. Εκτός από γυναίκα είχε και ένα άλλο ατού, τη στήριξη του Παναγιώτη Λαφαζάνη που ήθελε πριν κάτι μήνες να εισβάλει στο νομισματοκοπείο προκαλώντας ευρωπαϊκή κρίση όχι για να ιδρύσει τη λαϊκή δημοκρατία της Ελλάδας αλλά για να ξαναφέρει τη δραχμή. Φυσικά στον πραγματικό κόσμο το να αρνηθείς να πληρώσεις ένα χρέος παραπάνω από 100δις σημαίνει κήρυξη πολέμου. Ο κυρ Λαφαζάνης νόμιζε ότι σήμαινε απλά «Καλύτερη διαπραγμάτευση».

Οι ήρωες μας παλιά ασχολιόντουσαν με την πολιτική, τώρα τους ένοιαζε η καθημερινή τους επιβίωση κάτι που για όποιον έχει τη στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα είναι κατανοητό πως δε συμβιβάζεται και με πολλά-πολλά αναφορικά με το πολιτικό. Άλλωστε αν επρόκειτο να ήταν οι φοιτητές το επαναστατικό υποκείμενο  του 21ο αιώνα τότε ίσως θα ήταν καλύτερα να επικρατήσει ο καπιταλισμός. Ενώ ο Διονύσης και ο Λάκης πήγαιναν προς τα γραφεία της Ζωής είδαν μια αφίσα εκδήλωσης για την ψυχική υγεία από μια αναρχοαριστερή ομάδα. Ο τίτλος έλεγε «Ενάντια στην κανονικότητα της λογικής». Οι δυο φίλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

-Λες να πρέπει να βοηθήσουμε τους εξωγήινους τελικά; Ρώτησε ο Διονύσης
-Χμμφ δελεαστικό αλλά παραμένει ο πλανήτης μας.
-Έχεις δίκιο,
damn it, καλά ίσως γράψω κανά κείμενο στο φέισμπουκ
-Ή ίσως πιεις κωδείνη με αλκοόλ και το ξεχάσεις
Ο Διονύσης χαμογέλασε
-Ναι παίζει και αυτή η εναλλακτική.
Έφτασαν στα γραφεία μετά από λίγη ώρα. Σιωπή. Κανένας δεν έμοιαζε να είναι εκεί όλα έδειχναν και μύριζαν μια ατμόσφαιρα σαπίλας και πεθαμένου. Κοίταξαν την κεντρική πόρτα.
«Εγώ λέω να τη σπάσουμε»
«Εσύ μπορεί να το λες» είπε ο Λάκης «Αλλά είσαι τελείως ανίκανος να το κάνεις, άσε τον ειδικό» και παίρνοντας φόρα έπεσε με δύναμη πάνω στην πόρτα η οποία έμεινε ακριβώς εκεί που ήταν. Σε αντίθεση με τον ώμο του Λάκη που έμοιαζε να υποφέρει.
«Χμμ» είπε ο Διονύσης επιθεωρώντας την πόρτα και γυρίζοντας το χερούλι της ανοίγοντας της «Κοίτα τελικά ήταν ανοιχτά»
«...»
«Φθηνό διήγημα καταλήξαμε ε;»
«Γάμησε τα, πάμε μέσα»

Ο Διονύσης και ο γιατρός προχώρησαν μέσα στο κατασκότεινο κτήριο. Ο δρόμος που ακολουθούσαν ήταν ουσιαστικά ένας μακρύς κατάμαυρος διάδρομος που στο βάθος του μόνο μπορούσες να διακρίνεις ένα φως, το οποίο αποφάσισαν να ακολουθήσουν. Κι όταν έφτασαν στο τέρμα μια τεράστια ολόφωτη αίθουσα σε σχήμα σταδίου ανοιγόταν μπροστά τους.

Στην μέση του σταδίου μια φιγούρα μιλούσε δυνατά κρατώντας κάτι στο χέρι της.
«ΟΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ΑΝΕΒΑΖΟΥΝ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΜΟΥ, ΣΥΝΤΟΜΑ ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΘΑ ΠΕΣΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ, ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑ»
Δεν υπήρχε αμφιβολία πως επρόκειτο για τη Ζωή. Οι δυο ήρωες το αντιλήφθηκαν και κινήθηκαν σιγά σιγά και διακριτικά προς το μέρος της με σκοπό να την αιφνιδιάσουν. Στα λίγα μέτρα μακριά της ο Διονύσης έσκυψε και ρώτησε τον Λάκη.

«Γιατρέ λες να έχει καμιά υπερδύναμη τύπου λέιζερ ή σταματάω τις σφαίρες με το βλέμμα μου όπως στις ταινίες και να τον πιούμε για τα καλά;»
Ο γιατρός που έμοιαζε απορροφημένος με την επιτυχία της αποστολής έγνεψε αρνητικά. «Όλα θα πάνε καλά, με το 3 θα της επιτεθούμε, δεν πυροβολάμε όμως πριν μας αποκαλύψει όλα τα σχέδια της, σύμφωνοι;»
«Έγινε Ντοκ»
«1.2.3» μέτρησαν μέσα από τα δόντια τους οι δυο σύντροφοι και πετάχτηκαν απ’ την κρυψώνα τους σημαδεύοντας ταυτόχρονα τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.
«ΠΕΣΕ ΚΑΤΩ ΕΞΩΓΗΙΝΟ ΣΚΑΤΟ» ούρλιαξε ο Διονύσης. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου το θέμα με τους εξωγήινους αλλά είχε δει πολλές ταινίες και δεν σκόπευε να μην παίξει κι αυτός ένα μικρό ρολάκι αφού είχε την ευκαιρία.

Η Ζωή σήκωσε τα χέρια της ψηλά και κοίταξε τους δυο λευκούς στρέιτ άντρες που είχε μπροστά της «Ώστε έτσι ανταμείβετε όποιον θέλει να βγάλει τη χώρα από τη γερμανική σκλαβιά;» είπε θυμωμένα.
«Αλλού αυτά» είπε ο Διονύσης «Ξέρουμε τι είσαι και για ποιους δουλεύεις»
«Για πες μου και μένα λοιπόν να μάθω»
Ο Διονύσης αναστέναξε «Είσαι μεν το κορμί της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που και αυτό θα αρκούσε για να σε πυροβολήσει κανείς, αλλά κυρίως το πρόβλημα με σένα είναι ότι έχουν καταλάβει το μυαλό σου οι εξωγήινοι για να τους παραδώσεις την Ελλάδα ως μέρος προσγείωσης των ιπτάμενων δίσκων τους και δεν ξέρω εγώ τι άλλο ακόμα»
Η Ζωή τον κοίταξε με μισό μάτι «Δεν καταλαβαίνεις τίποτα λοιπόν έτσι;»
«Όχι» απάντησε ο Διονύσης «Και δεν με ενδιαφέρει να καταλάβω, ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι μου»
«Αφού φτάσατε ως εδώ όμως το σωστό είναι να ξέρετε, ουφ» ξεφύσηξε η Ζωή και άφησε τα καστανά μαλλιά της να ανεμίσουν «Πράγματι συνεργάζομαι με τους εξωγήινους αλλά δεν είμαι ούτε πιόνι τους ούτε με ελέγχουν, ο πλανήτης απ’ τον οποίο προέρχονται έχει καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία και έχει περίπου το 100πλάσιο βιοτικό επίπεδο απ’ το δικό μας για όλους. Παραδίδοντας λοιπόν την γη σε αυτούς στην πραγματικότητα θα ζήσουμε όλοι καλύτερα, και όχι στη Δευτέρα παρουσία, από μέρα σε μέρα»
Ο Διονύσης κοίταξε το γιατρό, εκείνος του ανταπέδωσε το βλέμμα.

«Δεν ξέρω ρε Ζωή» της είπε «Όλα αυτά ακούγονται πολύ κουραστικά, δηλαδή εμένα αυτό που με καίει είναι να βρω μια δουλειά, να ανακαλύψω ένα είδος αλκοόλ χωρίς θερμίδες και να πέσουν οι τιμές στην τροφή των γατιών και στην κόκα, δεν θέλω να μπλέκω τώρα με αλλαγές στο οικονομικό και πολιτικό στάτους έχω κουραστεί πολύ με αυτά»

«Κόκες; Μα αγαπητέ μου αυτά δεν θα σου χρειάζονται μετά την έλευση των εξωγήινων, με την κατάργηση της ιδιοκτησίας όλοι οι άνθρωποι θα έχουν μια χαρά ζωή και δε θα χρειάζεται να το ρίχνεις ούτε στο αλκοόλ ούτε σε άλλα πράγματα, βασικά θα απαγορεύεται κιόλας»
«Θα απαγορεύεται;»
«Ε ναι»
«Εντάξει, έκλεισε»
«Αλήθεια; Θα συμμαχήσετε μαζί μου;»
«Όχι, θα σε σκοτώσουμε, είσαι επικίνδυνη, είπαμε γαλαξιακός κομμουνισμός αλλά όχι και έτσι» είπε ο Διονύσης και σήκωσε την καραμπίνα έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη όταν άκουσε τη φωνή του Λάκη πιο ψυχρή από ποτέ να του λέει:
«Άσε κάτω το όπλο Διονύση»

Ο Διονύσης γύρισε και είδε τον Λάκη, τον Λάκη τον αγαπημένο του γιατρό, να τον σημαδεύει με τη μπερέτα κατευθείαν στο κεφάλι.

«Πλάκα μου κάνεις τώρα ε;»
«Λυπάμαι αλλά δε μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό, την αγαπάω ακόμα»
Ο Διονύσης γούρλωσε τα μάτια του. «Κοίτα αν ήμασταν διήγημα θα είχαμε φτάσει τις 7000 λέξεις ήδη, δεν ψήνεις να τη σκοτώσουμε, να λήξει η ιστορία, να πάμε σπίτι μας και να στείλεις καμιά χαρούμενη φατσούλα σε καμιά τριανταριά γκόμενες στο φουμπού; Στατιστικά να το δεις, μία θα σου κάτσει, είναι μαθηματικό το θέμα»
«Όχι προτιμώ να σκοτώσω εσένα αν την αγγίξεις»
«Βρε μπελά που βρήκαμε, τι κάνω εγώ εδώ με τους ερωτευμένους;»
«Λάκη» είπε συγκινημένη η Ζωή στον γιατρό, δάκρυα στάζαν απ’ τα μάτια της.
«Ζωή» είπε και αυτός και έτρεξε στην αγκαλιά της. Γιατρός και αντιμνημονιακή πολιτικός σμίξανε ο ένας στα χέρια του άλλου.
«Δε θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει μικρή μου» είπε ο Λάκης.
«Ω χαίρομαι τόσο που δε με ξέχασες μετά από τόσα χρόνια» απάντησε αυτή.

Ο Διονύσης τους χάζεψε λίγο. Τώρα δε φιλιόντουσαν ούτε ήταν αγκαλιά μιλάγανε μόνο με τα μάτια του ενός καρφωμένα στα μάτια του άλλου. Ο Λάκης κράταγε αδιάφορα πλέον το όπλο στα χέρια του με τον Διονύση δεν απασχολούταν κανείς, θα μπορούσε κάλλιστα να λείπει και να υπάρχει happy end. Ένιωσε να ζηλεύει λίγο αλλά εντάξει δεν είναι ότι πηδήχτηκαν και μπροστά του κάτι που και να γινόταν πάλι δε θα του έδινε το δικαίωμα να ζηλεύει. Ανασήκωσε μηχανικά τους ώμους του, πήγε και σήκωσε την καραμπίνα απ’ το πάτωμα. Ακούστηκαν δυο πυροβολισμοί.

«Πφφ» σχολίασε ο Διονύσης πάνω απ’ τα πτώματα της Ζωής και του Λάκη. «Για τον πούτσο κατάσταση»

Και βάζοντας την καραμπίνα στον ώμο και την μπερέτα στην τσέπη κατευθύνθηκε προς την έξοδο, βγήκε απ’ την πόρτα που είχαν μπει. Εκεί μια μαύρη λιμουζίνα τον περίμενε. Ήταν ο Ακι-Να-Κι και η Μέρκελ που του χαμογελούσαν από την ανοιχτή της πόρτα.

«Να σε πετάξουμε κάπου;» τον ρώτησαν
«Μπα θέλω να περπατήσω»

Ο Ακι-Να-Κι βγήκε απ’ το αμάξι και έβαλε το χέρι στον ώμο του «Καταλαβαίνω, θα σε αφήσουμε μόνο και ήσυχο στο εξής, συγχαρητήρια για την αποστολή σου, να ένα μικρό δώρο για να πατσίσεις την κωδείνη που έχασες» και του έβαλε μηχανικά ένα πακέτο στην τσέπη.
«Αντίο Διονύση» είπε και η Μέρκελ και μαζί με τον βοηθό της μπήκαν στη Λιμουζίνα και φύγανε.

Και ο Διονύσης ξεκίνησε να περπατάει για το κοντινότερο μετρό με αργά αργά βήματα.

«Ήταν ο Διονύσης Ρακόπουλος» σκέφτηκε «Γεννημένος το 1989. Είχε μόλις σώσει την Γη αν και δεν ήταν και σίγουρος για την επιλογή του και επιπλέον είχε...», κοίταξε το πακέτο που του δώσε ο βοηθός της καγκελάριου «...κάπου στα 10 γραμμάρια κόκας για να ξεπεράσει τα όσα έγιναν»

Και κοίταξε την Αθήνα και η Αθήνα τον κοίταξε και αυτή και είπαν ο ένας για τον άλλο «Ρε που έχω μπλέξει με αυτούς τους μαλάκες». 

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Από τη γύρα


















Πηγαίνω από εδώ και από κει 
από τραπέζι σε τραπέζι.
Χαζά παρεάκια.
Tους λέω πως είμαι ο θεός,
άλλοτε τους αφήνω να το ανακαλύψουν μοναχοί τους.
Άραγε πώς να μας βλέπει ο κόσμος;
Όλοι μαζί δεν πείθουμε γι αυτό που πρόκειται να έρθει,
μα δεν λέω, χαζά παρεάκια,
ηλίθιες κουβέντες για τις διακοπές,
τις προηγούμενες και τις επόμενες 
και κάποιες που έκαναν από κοινού.
Εμένα θα με δεις να προσπαθώ να ανακαλύψω
αν συναντηθήκαμε σε κάποιο σημείο
από κάποιο βιβλίο.
Όμως μη με ξυπνάτε
γιατί βυθίστηκα στα όνειρα
και έτσι έφτασα εδώ,
στο τώρα.
Το πριν και το μετά
είναι χαραγμένα στο συλλογικό μας υποσυνείδητο.
Το μισό από αυτό,
αυτό που έχουμε επίγνωση και αναφέρεται ως μνήμη,
είναι διαθέσιμο προς ανάγνωση.
Το υπόλοιπο, το πολλά υποσχόμενο,
δεν είναι ξεκάθαρο λόγω των πολλαπλών εκδοχών,
πράγμα που καθορίζεται από τις επιλογές μας.
Μετά μου λένε 'τι σκέφτεσαι'
και λέω πως θέλω διακοπές