Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

A strange time in hair life (Δερβίσης+Φώντας)






Ο έρωτας είναι κομμάτια κρέατος,
κακοσχηματισμένα,
που συνουσιάζονται λόγω του εθισμού τους στην παραμόρφωση.
Αυτό είχαμε την τύχη να συνειδητοποιήσουμε
καθώς κουρντίζαμε προσεχτικά,
γεννητικά όργανα.
Άλλοι περπατάνε με μάτια καθηλωμένα
σε πονηρά σημεία του σώματος,
στοιχηματίζοντας με τον εαυτό τους
αν θα τα δουν γυμνά.
Άλλοι πάλι,
ρουφάνε κάτουρο και ξεραμένα σπέρματα,
σε πράσινα παγκάκια
για να είναι περήφανος ο μικροαστούλης,
περήφανος που δε γεννήθηκε πορνοδιαστροφικός:

Καλησπέρα σας Κυρίες και Κύριοι! Όσο αγοράζατε ψεύτικα όπλα στα παιδιά σας, οι γονείς μου αγοράζαν βιβλία. Οι συμμαθητές μου παίζαν με τη σκανδάλη αλλά εγώ έπαιζα με την ψωλή μου από μικρός. Και έριξα πιο πολύ σπέρμα στις φυλακές που αναθέσατε να κάνουν ανθρώπους τα βλαστάρια σας, απ’ όσο αίμα θα χύσουν αυτά όταν γίνουν στρατιώτες. Μου πήρε χρόνια να αποδεχτώ την σεξωμανία μου και την εσοστρέφεια μου. Όταν τελικά τα κατάφερα βρήκα τον τέλειο στόχο ζωής. Να κάψω τα όπλα, να κάψω τις φυλακές, να κάψω τα σχολεία και τους στρατούς. Μετά θα ξαναβγω με τους παλιούς μου συμμαθητές βόλτα και θα χύσουμε επιτέλους μαζί στο προαύλιο σε ένα ατελείωτο οργιαστικό διάλλειμα που δε θα σταματήσει ποτέ κανένα κουδούνι.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν απότελει αντιστροφή της πραγματικότητας
ο μόνος λόγος που δεν το αναγνωρίζουμε
είναι ο φόβος μας να φανταστούμε τον εαυτό μας,
ξαπλωμένο στο παγκάκι.

Κανένα πρόβλημα δεν έχουμε με τον έρωτα,
ο αντιερωτισμός της σύγχρονης κανονικότητας
στήνει κάτοπτρα στις μάπες μας
και μας χαρίζει απλόχερα την ευκαιρία να ζήσουμε,
να ζήσουμε τα καλύτερα μας χρόνια.

Έρωτας άλλωστε είναι
να περιμένεις να φύγει η γκόμενα από το σπίτι
για να τραβήξεις μαλακία με αυτή που γουστάρεις
αλλά δε σου κάθεται.
να έχεις τα υγρά της πρώτης στο στόμα σου
αλλά να σου τρέχουν τα σάλια
στην ιδέα ότι θα δεις την άλλη.
ο έρωτας είναι θέμα ρευστότητας
και οπτικής γωνίας:
να βλέπεις το ποτήρι γεμάτο χύσια
ανεξαρτήτως αν το βλέπεις μισογεμάτο
ή μισοάδειο.

Από μικροί μάθαμε για τον έρωτα,
μέσα από όμορφα τραγούδια,
μέσα από γλυκούς ήχους.
Φανταστήκαμε την πρώτη μας φορά,
κάτω από ένα δέντρο,
 στη λασπουριά,
με τις στάλες της βροχής να γλιστράνε από τα φύλλα
και να πέφτουν στο κορμί της
ενώ είναι καθισμένη σταυροπόδι
και γδύνεται με περίσσεια ντροπή,
με συγκρατημένο φόβο.
Αντ' αυτού,
ζήσαμε τον έρωτα
σε ηλιόλουστες μέρες
κλεισμένοι σε σκοτεινές τρύπες,
αναγκασμένοι να το κάνουμε
αφού η καπότα προεξείχε από την τσέπη,
συνδεμένοι στο ίντερνετ
προσπαθώντας να αντιγράψουμε
την προσποιητή απόλαυση που τόσο μας καύλωνε.
Μάθαμε για τον έρωτα πριν ερωτευθούμε.
Γελάσαμε πονηρά με μουνιά και πούτσες πριν αυνανιστούμε.
Δεν αναπολούμε,
δεν ευχόμαστε να ήταν αλλιώς τα πράματα
Το ερωτικό βίωμα του παρελθόντος
και η θεαματική σεξουαλική παράνοια του παρόντος
τρυπώσανε στα κεφάλια μας
και συντηρήσανε το ρομαντισμό
στη νέα μορφή του.
Αφορίζοντας το παρελθόν,
έγινε κι αυτός παιδί της εποχής μας.
Μέσα στη σαβούρα,
των καθημερινών πόλεμων της μητρόπολης,
μάθαμε να κοιτάμε θολές φωτογραφίες στο facebook
και να αναγνωρίζουμε το πραγματικό χρώμα των μαλλιών της
το πραγματικό χρώμα του δέρματος.

Το πραγματικό χρώμα του δέρματος σου δεν υπάρχει ντάρλινγκ.
Ότι έχει γραφτεί για την πραγματικότητα είναι ψέμα και εμείς απλά κάτι πεθαμένοι. Αλλά είμαστε λιγότερο νεκροί από αυτούς που σου ορκίζονται στο όνομα της Αλήθειας. Την έχω χεσμένη ή την έχω χυσμένη αφού είναι χαμένη. Αν ήθελα να τη βρω θα γινόμουν επιστήμονας και δε θα γραφα στίχους. Αν ήθελα να τη βρω θα μετακόμιζα εκεί που σε γνώρισα. Αν ήθελα να τη βρω θα αυτοκτονούσα αφού ποτέ δε θα καταλάβεις πόσο όμορφη είσαι και πόσο λίγοι εμείς για σένα. Αλλά δε θέλω να βρω την αλήθεια. Κι ούτε στίχους θέλω να γράψω. Και τα χω χεσμένα τα καθεστώτα τους. Θέλω να φωτίσω μόνο μια άκρη του δωματίου, να βρω που έχω πεταμένα τα προφυλακτικά να σε γυρίσω στα τέσσερα και να πηδηχτούμε. Το πραγματικό χρώμα του δέρματος σου δεν υπάρχει κάβλα μου.

Κι ο έρωτας είναι να έχω τραβήξει τέσσερις μαλακίες μες τη μέρα κι ακόμα να ψήνομαι να σε πηδήξω.
Κι ο έρωτας είναι μια μαλακία που την τραβάς τέσσερις φορές τη μέρα.
Κι ο έρωτας είναι ένα ψήσιμο που πηδάει το μυαλό σου τέσσερις μέρες τη φορά.

Ας γράψουμε τώρα,
τα δικά μας ερωτικά τραγούδια,
ας τα ακούσουμε,
ας τα διαβάσουμε,
ας τα συζητήσουμε
μα πριν πεθάνουμε ας φροντίσουμε να τα εξαφανίσουμε
σε όποια μορφή κι αν υπήρξαν.
Ας γυρίσουμε μετά,
τις δικές μας τσόντες,
ας καυλώσουμε,
ας αυνανιστούμε
ας χύσουμε
μα πριν πεθάνουμε ας φροντίσουμε να τις κολλήσουμε στο δέρμα μας
και να τις πάρουμε στον τάφο μας.
Ας χαώσουμε όσο περισσότερο μπορούμε
το μελλοντικό ερωτικό φαντασιακό.
Για ένα νέο κόσμο
με τη συνείδηση των ενστίκτων του.

Τέλος πάντων
δεν ξέρω τι λέτε εσείς
πάντως
Μερικές φορές
όταν μου παίρνει πίπα η αγαπημένη μου
σκέφτομαι να χώσω την πούτσα μου μέσα στο μποξεράκι
να ανοίξω το πατζούρι
και να πέσω απ το μπαλκόνι.
έχω προνοήσει βέβαια και μένω μόλις στον πρώτο όροφο
κάπου στα βόρεια προάστεια
αλλά δε θα χρειαστεί να γλυτώσω από τίποτα
γιατί ποτέ δεν την βάζω μέσα πριν τελειώσω στο πρόσωπο της
ω θεέ μου
εμείς και τα ηλίθια ψέμματα μας
για τα βράδια που θα είμαστε μόνο αγκαλιά
και τίποτα παραπάνω
λες και δεν μπορεί να σε τρελάνει η μη σεξουαλική επαφή με έναν άνθρωπο
και να σε κάνει όντως να πηδήξεις απ’ το μπαλκόνι
αντί να πηδήξεις σε αυτό.
Παρόλα αυτά
Τα πιο όμορφα φιλιά
παραμένουν αυτά που δε δώθηκαν ποτέ
γιατί πίεζε ο χρόνος
γιατί πίεζε το μυαλό μας
γιατί πίεζε η κοινωνία
και γιατί προτιμούσες να πιείς δυο μπάφους
Τα πιο άσχημα
αυτά που τα εκβιάσαμε
που κράτησαν λιγότερο κι απο τραγούδια
που έμειναν μόνο στα πάνω σου χείλη.
Ουφ.
Ενάντια στην πολιτική οικονομία,
ενάντια στους ψυχαναγκασμούς,
ενάντια στην σιγουριά ότι είσαστε ελεύθεροι
θα σας κοπανάμε το κεφάλι στο τζάμι
μέχρι να δείτε, να δείτε, να δείτε. 

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Η Πολιτεία των Αρουραίων - Μέρος Β'



Την επόμενη κιόλας μέρα είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης. Το βράδι πέρασα απ’ το υπόγειο του  μα δεν ήταν εκεί. Ούτε το επόμενο βράδι ήταν εκεί, ούτε το μεθεπόμενο, ούτε κανένα. Είχε φύγει  έτσι απλά, χωρίς καν να πει ένα γειά, ένα αντίο, μα καταβάθος το ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα τον  ξανάβλεπα, θα γυρνούσε. Εξάλλου το αμάξι του Μανώλη ήταν ακόμα στην αποθήκη. 

Επιστρέψαμε στην καθημερινή μας μιζέρια. Αρχίσαμε να μαζευόμαστε πάλι η παλιοπαρέα και να  μαστουρώνουμε με φτηνό αλβανικό πρεζόφουντο, να καθόμαστε αμίλητοι μιας και δεν υπήρχε  τίποτα καινούριο να πούμε, ούτε καν κάτι παλιό. Ο Μανώλης κάποια στιγμή με ρώτησε τι γίνεται με  το αυτοκίνητο, μα του είπα απλά πως δεν είχα ίδεα, και πως αν τελικά ο τύπος ενδιαφερότανε να το  αγοράσει θα τον ενημέρωνα. Οι μέρες κυλούσανε αργά και τα βράδια αργότερα. 

Κι ένα πρωί, θα χανε περάσει τρεις μήνες, ο Στέφανος μου χτύπησε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα,  μπήκε μέσα με το ίδιο σοβαρό ύφος που χε πάντα. 
“Ωραίος είσαι ρε μαλάκα,” του είπα. “Εξαφανίζεσαι χωρίς να πεις κουβέντα και μετά από τόσο  καιρό έρχεσαι σπίτι μου χωρίς ούτε ένα μπουκάλι κρασί!”
“Κρασί πρωινιάτικα; Εγώ για καφέ ήρθα.”
“Α, έχεις κι απαιτήσεις δηλαδή;” Χαμογελάσαμε κι οι δυο. “Έλα, κάτσε και θα ψήσω δυο  ελληνικούς.” Άναψα μια φτωχή φωτιά μέσα σ’ ένα μικρό τσουκάλι κι ακούμπησα προσεχτικά πάνω  στην αυτοσχέδια σχάρα το μπρίκι με τον ελληνικό μέχρι να βράσει. 
“Λοιπόν;” ρώτησα τον Στέφανο καθώς τον σέρβιρα.
“Λοιπόν τι;”
“Έλειψες κοντά τρεις μήνες. Τι έκανες όλον αυτό τον καιρό;”
“Οργανώθηκα.”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή πρώτα πήγα στα Εξάρχεια, προσπάθησα να συνδεθώ με τους τρεις που θα έρχονταν μαζί  μου. Τους δυο δεν τους βρήκα ποτέ. Ο τρίτος έμαθα πως είχε πεθάνει μερικές βδομάδες πριν από  κάποια αρρώστια... Τέλοσπαντων, τουλάχιστον κατάφερα και βρήκα όπλα - τα χω αφήσει στο  υπόγειο.”
“Τα κατάφερες, ε; Πώς;”
“Πιο εύκολα απ’ ότι περίμενα. Γνώρισα την αδερφή ενός τύπου που είχε μερικά σε μια αποθήκη...”
“Αυτός που μου λεγες;”
“Όχι, άλλος, ένας μηδενιστής απ’ τη Μαύρη Φραξιά του Χάους. Πολλοί έχουν όπλα στα Εξάρχεια,  στο χα πει... Και τέλοσπαντων, μ’ αυτήν τα πηγαίναμε πολύ καλά, πηδιόμασταν κιόλας, ε δεν ήταν  δύσκολο να την πείσω να με βοηθήσει να πάρω τα κλειδιά της αποθήκης. Ε και μπήκα μέσα και  πήρα τα απαραίτητα - δυο καλάσνικοφ, τρια πιστόλια και τρεις χειροβομβίδες. Και μπόλικες  σφαίρες.”
“Ε, μια χαρά είσαι.”
“Ναι... Ναι, και μετά πήγα ως το Χολαργό σχεδόν, έκοψα κίνηση σε όλα τα στενά γύρω απ’ τη  Μεσογείων. Βρήκα δυο -τρια που προσφέρονται  - τα μπλόκα είναι μικρά κι οι μπάτσοι λίγοι. Θα είναι εύκολο να περάσω.”
“Αχα.”
“Ναι, αυτά... Απόψε θα γίνει, Αλέκο. Απόψε θα κάνω τη μεγάλη έξοδο.”
“Απόψε κιόλας;”
“Ναι, απόψε κιόλας. Έχω ό,τι χρειάζομαι, δεν υπάρχει λόγος να περιμένω άλλο.”
“Μα πώς; Δεν έχεις το βασικότερο - συντρόφους να σ’ ακολουθήσουν.”
“Δε χρειάζομαι συντρόφους. Είχες δίκιο. Δικό μου είναι το πρόβλημα και μόνος θα το λύσω. Δε  χρειάζομαι κανέναν. Απόψε θα γίνει.”
“Αχα, μάλιστα...”
“Θέλω να μου δώσεις τα κλειδιά του αμαξιού.”
“Ναι, εδώ τα έχω. Θα στα δώσω.”
Ήπιαμε τον υπόλοιπο καφέ χωρίς να πούμε λέξη. Μετά σηκωθήκαμε, του έδωσα τα κλειδιά κι έφυγε.
“Πέρνα άμα θες το βραδάκι απ’ το σπίτι,” μου είπε καθώς έβγαινε απ’ την πόρτα. “Έλα κατά τις 10.  Φέρε και κανα κρασί.”

Κι έτσι το βράδι, αφού πήρα ένα άσπρο κρασί απ’ τον Άγιο Παντελεήμονα, πήγα, ξανά μετά από  τόσο καιρό, στο υπόγειο του Στέφανου. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ένιωσα πάλι εκείνη τη  μυρωδιά του πτώματος που χα νιώσει όταν είχα πρωτοέρθει. Ο Στέφανος στεκότανε σε μια γωνία  και γέμιζε προσεχτικά ένα μπουκάλι μπύρας με βενζίνη. Στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του, θα ταν  καμιά δεκαριά τέτοια μπουκάλια, μ’ ένα στουπί να εξέχει πάνω απ’ το στόμιο.
“Δε σου φτάνουν οι χειροβομβίδες, φτιάχνεις και μολότοφ;” τον ρώτησα.
“Ναι, θα μου χρειαστούν. Πρέπει να μαι έτοιμος για όλα.”
“Μα τι σήμασια έχει; Ούτως ή άλλως θα σκοτωθείς.”
“Ναι, αλλά πρέπει να φύγω μ’ έναν πάταγο, όχι έτσι απλά...”
“Ναι, ναι, ξέρω. Έλα, έχεις αρκετά μπουκάλια, κάτσε να πιούμε το κρασί.”
“Μισό λεπτό, τελειώνω. Δε θέλω πολύ, ένα ποτήρι μόνο, πρέπει να μαι νηφάλιος.”
“Καλά, κάτσε και πιες όσο θες.”
Κάθισε κι έβγαλε να στρίψει ένα τσιγάρο. Του έδωσα τον καπνό μου και τον σέρβιρα ένα ποτηράκι. 
“Είσαι έτοιμος λοιπόν;” ρώτησα.
“Ναι,” απάντησε κοφτά.
“Τι ώρα θα ξεκινήσεις;”
“Κατά τα μεσάνυχτά.”
Ήπια το κρασί μου βιαστικά και ξαναγέμισα το ποτήρι μου. Κατέβασα μια γερή γουλιά. 
“Στέφανε, άκου,” του είπα, “θα έρθω μαζί σου.”
“Τι;”
“Λέω, θα έρθω μαζί σου;”
“Εσύ; Τι να σε κάνω;”
“Τι εννοείς; Θα σε βοηθήσω.”
“Είσαι πολύ γέρος, Αλέκο. Δε σε χρειάζομαι.”
“Ε δεν είμαι και τόσο γέρος, ούτε 45 χρονών δεν είμαι.”
“Όπως και να χει, δε σε χρειάζομαι, είσαι περιττός.”
“Πφφ, χέσε με! Δεν το κάνω για σένα. Στ’ αρχίδια μου αν με χρειάζεσαι ή όχι. Θέλω απλά να ρθω  μαζί σου, να σκοτώσω μερικούς μπάτσους. Θέλω κι εγώ να πεθάνω για κάτι, βαρέθηκα να ζω για το  τίποτα. Χρειάζομαι λίγη αδρεναλίνη.”
“Είσαι, δηλαδή, έτοιμος να πεθάνεις;”
“Πιο έτοιμος από ποτέ.”
Το σκέφτηκε λίγο, μα δεν είχα αμφιβολία πως θα λεγε το ναι.
“Εντάξει. Ξέρεις να χειρίζεσαι όπλο;”
“Ναι, ξέρω. Έχω χρόνια να ρίξω βέβαια, αλλά δε θα χω πρόβλημα. Είναι σαν το ποδήλατο, δεν  ξεχνάς ποτέ πως να κρατάς το όπλο.”
“Ωραία. Θα είσαι ο συνοδηγός μου λοιπόν. Πρώτα βγάλε και πέτα αυτό το κουρέλι που φοράς.”
“Το παλτό μου; Μα γιατί;”
“Φαίνεται πολύ βαρύ και βρώμικο. Πρέπει να είμαστε ανα πάσα στιγμή έτοιμοι για τρέξιμο. Άσε που  θα βρωμήσει το αμάξι...”
“Ναι, αλλά κάνει κρύο απόψε.”
“Και τι, φοβάσαι μην αρρωστήσεις;”
“Ουφ, καλά, τέλοσπαντων, να, το βγάζω.”
“Ωραία. Θα φτιάξω μερικές μολότοφ ακόμα. Εσύ κάτσε, κάνε ό,τι θες, έχουμε αρκετή ώρα. Απλά μη  μεθύσεις.”
“Έγινε, θα πιω μόνο ένα ποτηράκι ακόμα.”
Δυο ώρες αργότερα όλα ήταν έτοιμα. Ο Στέφανος είχε φτιάξει κοντά είκοσι μολότοφ, κι εγώ τελικά  είχα σχεδόν τελειώσει το κρασί, μα με το ζόρι είχα κάνει λίγο κεφάλι - ήμουν πολύ τσιτωμένος για  να μεθύσω. 
“Ρε μαλάκα, το πιες όλο;” μου φώναξε. “Τι θα πίνουμε τώρα στο αμάξι;”
“Έχω άλλο ένα σπίτι μου,” τον καθησύχασα.
“Α, εντάξει. Πήγαινε φέρτο και ξεκινάμε.”
Πήγα ως το υπόγειο μου να το φέρω. Δεν κρύβω πως είχε αρχίσει να με τρομάζει πολύ το όλο θέμα,  ο θάνατος που ερχόταν με μαθηματική ακρίβεια να με πάρει, αλλά όσο σκεφτόμουνα το ήρεμο κι  αποφασισμένο βλέμμα του Στέφανου καταλάβαινα πως ούτε μπορούσα, ούτε ήθελα να κάνω πίσω.  Γύρισα βαστώντας το μπουκάλι το κρασί, και πήγαμε μαζί στην αποθήκη να βγάλουμε το αμάξι.  Πετάξαμε τα όπλα πίσω και τα καλύψαμε με μια βρώμικη κουβέρτα. Κρατήσαμε πάνω μας από ένα  πιστόλι ο καθένας, κι επίσης πέντε μολότοφ κάτω στα πόδια του συνοδηγού - εμένα δηλαδή - και τις τρεις χειροβομβίδες μέσα στο ντουλαπάκι με τα χαρτιά. Βάλαμε μπρος και ξεκινήσαμε.
“Να είσαι έτοιμος να πυροβολήσεις αν χρειαστεί,” με προειδοποίησε ο Στέφανος, “γιατί με το που  βγούμε σε πιο κεντρικά σημεία θα μας την πέσουνε.”
“Να πυροβολήσω; Τον απλό κόσμο;”
“Όχι, ρίξε στον αέρα, απλά να τους τρομάξουμε.”
Βγήκαμε στη Λιοσίων αρχικά, και μετά περάσαμε από κάτι στενά για να βγούμε στην Αλεξάνδρας.  Εκεί ήταν που αρχίσανε τα νταβαντούρια. Πρώτα στο Πεδίο του Άρεως, μας την έπεσε μια παρέα  πιτσιρικάδων, μα σπάσανε γρήγορα όταν ο Στέφανος έβγαλε το όπλο του κι άνοιξε το παράθυρο.  Μετά στους Αμπελόκηπους, λίγο μετά το παλιό γήπεδο του Παναθηναϊκού, μας την έπεσε ένα  τεράστιο τσούρμο - θα ταν τουλάχιστον πενήντα άτομα, και μερικοί κρατούσαν και παλούκια. Αυτοί  δεν πτοήθηκαν απ’ τη θέα των όπλων μας, μα μόλις ένας απ’ αυτούς έριξε μια παλουκιά στο πορτ  παγκαζ, ο Στέφανος πυροβόλησε δυο φορές στον αέρα κι έτσι σπάσανε κι αυτοί.
“Ε τους πούστηδες,” είπε, “χειρότεροι κι από ζώα είναι. Θα περίμενε κανείς πως η πρέζα κι η  αλβανόφουντα θα τους είχε ηρεμίσει λίγο, αλλά μπα...”
Μέχρι να βγούμε στη Μεσογείων είχαμε διάφορα τέτοια περιστατικά, μα πάντα ήταν πιο λίγοι απ’  ότι εκεί, στους Αμπελόκηπους, και δεν είχαμε πρόβλημα να τους ξεφύγουμε. Όταν φτάσαμε πια στη  Μεσογείων και κινηθήκαμε προς τα βόρεια, τα πράγματα ηρέμισαν. Μόνο ένας τρελάκιας, τζάνκιας  λογικά, σχεδόν πήδηξε πάνω στο αμάξι, μα μ’ έναν επιδέξιο ελιγμό τον αποφύγαμε. Μπήκαμε σε  κάτι στενά και συνεχίσαμε την πορεία μας. Κάναμε όμως πολύ ώρα, και για λίγο πίστεψα πως ο  Στέφανος είχε ξεχάσει το δρόμο που ήθελε να πάρουμε. Μα τον θυμότανε. Άρπαξε το κρασί απ’ το  πίσω κάθισμα, ήπιε μια γερή γουλιά και μου το γύρισε.
“Αλέκο,” μου είπε, “δεν σου είπα όλη την αλήθεια.”
“Τι εννοείς;”
“Όταν μ’ είχες ρωτήσει γιατί έφυγα απ’ το σπίτι μου, απ’ το Φάληρο. Σου χα πει πως ο μόνος λόγος  ήταν πως έψαχνα ένα νόημα στη ζωή μου, και πως το χα βρει σ’ αυτό που κάνουμε τώρα, σ’ αυτή τη μεγάλη έξοδο. Δεν είναι όμως όλη η αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως όταν ζούσα στο Φάληρο ήμουνα με μια κοπέλα...”
“Ωχ, γκομενικό είναι το θέμα ε; Κατάλαβα...”
“Ναι, περίπου. Τέλοσπαντων, ήμουνα χρόνια μαζί της, τρια για την ακρίβεια, και τέλοσπαντων, μην  τα πολυλογώ, μια μέρα την έχασα.”
“Την έχασες;”
“Εξαφανίστηκε, σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Πήγα απ’ το σπίτι της δυο μέρες αργότερα και  το βρήκα σφραγισμένο - κανείς μέσα. Ρώτησα τους γείτονες, οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα, μερικοί  δεν είχαν καν προσέξει ότι είχαν φύγει. Μα ένας γεράκος που τον έβλεπα καιρό εκεί - καθότανε  πάντα σ’ ένα παγκάκι σε κεινη τη γειτονιά και διάβαζε κάποιο βιβλίο - ήξερε ακριβώς τι είχε γίνει.  Η οικογένεια της είχε τεράστια χρέη, χρωστούσανε κυριολεκτικά παντού. Ο πατέρας της ήταν  βέβαια συνταξιούχος ναυτικός, μα απ’ ότι μου πε ο γέρος τα χε χάσει όλα, τζόγος, πουτάνες, τα  κλασσικά. Ε και κάποια στιγμή απλά δεν γινότανε αλλιώς, το σπίτι τους το πήρε η τράπεζα και  μετακόμισαν κάπου στο κέντρο - που ακριβώς δεν ήξερε.”
“Κι έτσι ήρθες κι εσύ για να την ψάξεις.”
“Ναι. Ήταν λίγο αφού είχα τελειώσει το σχολείο. Τα παράτησα όλα και ήρθα εδώ να την ψάξω.”
“Και φαντάζομαι δεν την βρήκες ποτέ.”
“Κι όμως, τη βρήκα.”
“Τη βρήκες!;”
“Ναι. Δηλαδή, όχι αυτήν, αλλά τους δικούς της, κάπου στο Κουκάκι.”
“Και;”
“Και μου είπαν πως η Άννα είχε πεθάνει πριν ένα μήνα...  Από πρέζα - έτσι μου ‘πανε...”
Πρώτη φορά τον είδα να σφίγγεται τόσο για να μην δείξει τη θλίψη του. Τα μάτια του είχαν σχεδόν  βουρκώσει, μα ούτε μισό δάκρυ δεν έλεγε να βγει. Τον χτύπησα στην πλάτη φιλικά, χωρίς να πω  κάτι, δεν είχα εξάλλου τίποτα να πω. Μετά ρούφηξε τη μύτη του και είπε:
“Τέλοσπαντων, έτσι κι αλλιώς πια δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, απόψε όλα θα τελειώσουν.”
“Ναι, αυτό είναι αλήθεια,” τον διαβεβαίωσα. “Απόψε όλα θα τελειώσουν.”
“Κι αφού εγώ σου είπα την ιστορία μου, νομίζω ήρθε η σειρά σου.”
“Τι, να πω την ιστορία μου;”
“Αχά.”
“Πφφφ, τι να σου πω, δεν έχω και πολλά να πω. Τα περισσότερα τα χω ξεχάσει.”
“Ω μη μου λες τώρα μαλακίες, εγώ κάθησα και σου τα είπα όλα κι εσύ μου λες ότι δεν έχεις και  πολλά να πεις;”
“Μα είναι αλήθεια. Τόσα χρόνια μέσα σ’ αυτήν τη σαπίλα της Αθήνας είχα πια ξεχάσει το ποιός  είμαι, το ποιός ήμουν... Τουλάχιστον κατάφερα να απαντήσω στο που πάω...”
“Που πας;”
“Όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ πάω με πάσα βεβαιότητα και μαθηματική ακρίβεια στον τάφο. Ή όπου  αλλού ρίξουνε τα πτωματά μας τέλοσπαντων.”
“Έτσι ε;”
“Έτσι. Πραγματικά, θα σου έλεγα την προσωπική μου ιστορία, αλλά πια δεν έχω προσωπική ιστορία. Δε μπορώ να θυμηθώ καν αν γεννήθηκα σ’ αυτήν την πόλη ή κάπου αλλού, σε κάποιο προάστειο.  Δε μπορώ να θυμήθω αν ποτέ ήταν καλύτερη ή χειρότερη η κατάσταση στην Αθήνα. Δε μπορώ να  θυμηθώ τίποτα από τα παιδικά μου χρόνια. Αυτή η πόλη κατάπιε όλες μου τις αναμνήσεις σα  ρουφήχτρα. Ίσως βέβαια να φταίει και η πρέζα...”
“Αχά, να λοιπόν μια ανάμνηση. Άρα κάποτε ήσουν τζάνκιας.”
“Τζάνκιας δε λες τίποτα. Για τρια χρόνια όλη μέρα, κάθε μέρα, δεν έκανα τίποτα άλλο. Μου φαίνεται  σα θαύμα που κατάφερα να επιβιώσω.”
“Πώς την έκοψες;”
“Ουφ, δύσκολα. Δύσκολα κι επώδυνα. Έφυγα απ’ το σπίτι που έμενα τότε, στα Εξάρχεια, και πήγα  σ’ ένα υπόγειο κάπου κοντά στο Γκάζι. Κλειδώθηκα μέσα - είχα βρει το κλειδί σ’ ένα συρτάρι - και  μετά το πέταξα στο δρόμο από ένα παραθυράκι. Είχα εντωμεταξύ πει και σ’ ένα φίλο να ρχεται κάθε  δυο μέρες και να μου πετάει απ’ το ίδιο παραθυράκι λίγο φαγητό και νερό. Το χα πάρει απόφαση  πως ή θα πέθαινα εκεί μέσα ή θα έκοβα την πρέζα εντελώς - και μετά θα τον έβρισκα τον τρόπο να    βγω. Οι πρώτες βδομάδες ήταν πραγματική κόλαση. Πυρετός, πονοκέφαλοι, ναυτία, πόνοι σ’ όλο  μου το σώμα, παραισθήσεις, φρίκη. Τη νύχτα δεν έκλεινα μάτι. Έξυνα τα νύχια μου στο πάτωμα και  βάραγα το κεφάλι μου στον τοίχο για να μη νιώθω τους πόνους της στέρησης. Τις πρώτες 5-10 μέρες ούτε καν που έτρωγα. Προσπαθούσα κάθε μια ώρα να σπάσω την πόρτα μα ήμουνα πολύ  αδύναμος για να τα καταφέρω. Μετά ξάπλωνα στο στρώμα μου και έκλαιγα και χτυπιόμουν. Έζησα  τη φρίκη σε όλο της το μεγαλείο... Όποτε ερχότανε ο φίλος μου να μ’ αφήσει το φαγητό στο  παραθυράκι εγώ πήγαινα από κάτω και τον έβριζα, του φώναζα ό,τι πιο χυδαίο και άρρωστο  μπορούσα να σκεφτώ, και μετά από λίγο ξέσπαγα σε λυγμούς και του ζητούσα να με συγχωρέσει,  και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει να βγω από κει μέσα. Ευτυχώς εκείνος με αγνοούσε. Λίγο  καιρό αργότερα είχα τουλάχιστον αρχίσει να τρώω, όχι πολύ, ίσα ίσα για να μην πεθάνω από την  πείνα. Μα οι πόνοι δεν έφευγαν. Τέλοσπαντων, έξι - εφτά μήνες αργότερα ήμουνα πολύ καλύτερα.  Έτρωγα κανονικά,και τα βράδια κοιμόμουνα κάμποσες ώρες. Ακόμα με χτυπούσε ανά καιρούς η  φρίκη, αλλά πολύ πιο ήπια. Και τελικά, αφού πέρασα σχεδόν ένα χρόνο σαν το αρούρι μες σε κείνο  το υπόγειο, μια μέρα αποφάσισα πως τα χα καταφέρει. Πήρα φόρα και κλώτσησα την πόρτα με όλη  μου τη δύναμη. Δυο κλωτσιές ακόμα κι είχε ανοίξει. Βγήκα έξω, σχεδόν τυφλώθηκα απ’ τον ήλιο  που χα να δω μήνες. Βρήκα το φίλο μου που μου φερνε το φαγητό, και παρέα αποφασίσαμε να  εγκατασταθούμε κάπου ήσυχα, σίγουρα κάπου μακριά απ’ τα Εξάρχεια. Κι έτσι μετακομίσαμε στη  γειτονιά μας, στις Τρεις Γέφυρες. Εκεί γνώρισα και τον Νίκο και το Μανώλη και όλη την παρέα. Κι  εσένα φυσικά... Και ναι, αυτό... Αυτή είναι η ιστορία μου... Αλλά τέλοσπαντων, όπως είπες κι εσύ,  πια δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, απόψε όλα θα τελειώσουν.”
Ο Στέφανος έγνεψε καταφατικά, και μετά γύρισε προς το μέρος μου.
“Έτοιμος;”
“Έτοιμος.”
“Πάμε.”
Μπήκε δεξιά σ’ ένα στενό, και συνέχισε για κάμποσα μέτρα ευθεία. Στην άκρη του δρόμου  φαίνονταν τα μπλε και κόκκινα φώτα ενός περιπολικού. Τα δικά μας φώτα ήταν σβηστά.  Πλησιάσαμε και διέκρινα τέσσερις μπάτσους να στέκονται όρθιοι και να κουβεντιάζουν. Μας  αντιλήφθηκαν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, κι ένας τους μας έκανε σήμα να σταματήσουμε. Ο  Στέφανος έκοψε ταχύτητα και μου ριξε ένα βλέμμα, και τότε εγώ με γρήγορες κινήσεις απλώθηκα κι  έπιασα τα δυο καλάσνικοφ από πίσω, του έδωσα το ένα, και πριν οι μπάτσοι καταλάβουν τι είχε  γίνει βρισκόμασταν κι οι δυο μας στα παράθυρα και ρίχναμε. Μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ -  αμέτρητες ριπές. Οι μπάτσοι δεν πρόλαβαν καν να βγάλουνε τα όπλα τους, και πέσανε κάτω μες σε  λίμνες αίματος. Οι τρεις τους κείτονταν νεκροί, μα ο Στέφανος διέκρινε τα πόδια του τέταρτου να  σέρνονται πίσω από το περιπολικό. Έκανε να ανοίξει την πόρτα μα τον έπιασα απ’ το μπράτσο και  τον τράβηξα πίσω.
“Πρέπει να τον φάω,” μου είπε, “αλλιώς θα καλέσει ενισχύσεις.”
“Κάτσε μέσα και πάμε να φύγουμε, το έχει κάνει ήδη. Πάμε, γκαζωσέ το!”

Γκάζωσε, πέρασε ξυστά απ’ το περιπολικό στη μέση του δρόμου και συνεχίσαμε πιο μέσα. Δεν  πέρασαν ούτε δυο λεπτά όταν ακούσαμε τις σειρήνες των περιπολικών να πλησιάζουν. Έβγαλα μια  χειροβομβίδα και την πέταξα σ’ ένα στενό στα δεξιά μας, απ’ όπου ερχόταν ένα κωλάδικο.  ΜΠΟΥΜ! Δεν ξέρω βέβαια αν τους πέτυχε. Απ’ τα αριστερά μας όμως είχε εμφανιστεί ένα άλλο  που μας πήρε από πίσω. Οι μπάτσοι άρχισαν να ρίχνουν, το ίδιο έκανε κι ο Στέφανος στα τυφλά με  το πιστόλι του. Μια σφαίρα χτύπησε τον καθρέφτη στη μεριά μου, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν πολύ  άστοχοι. Άναψα δυο μολότοφ και τις πέταξα στο αμάξι τους - και γρήγορα τυλίχτηκε σε φλόγες. Οι  μπάτσοι βέβαια πρόλαβαν και βγήκαν έξω, αλλά τους είχαμε πια προσπεράσει κατα πολύ. Πήραμε  μια στροφή απότομα και βρεθήκαμε φάτσα με φάτσα μ’ ένα άλλο περιπολικό, μα μ’ έναν ελιγμό ο  Στέφανος το απέφυγε. Έριξα άλλη μια μολότοφ όπως φεύγαμε, μα αυτή τη φορά δεν το πέτυχα. 
“Ρίξε μερικές ακόμα πίσω μας, θα τους κρατήσουν για λίγο πίσω,” μου είπε, και το κανα, έριξα τρεις  ακόμα μολότοφ στην άσφαλτο κι είδα τις φλόγες να σκαρφαλώνουνε ψηλά στο μολυσμένο ουρανό.  Παρ’ ολά αυτά ένα ακόμα περιπολικό εμφανίστηκε από ένα στενό και μας πήρε από πίσω. Αυτοί  ήταν κάπως καλύτεροι στο σημάδι. Δυο σφαίρες πέρασαν μέσα από το πίσω τζάμι και τρυπήσαν το  παρμπρίζ - κι είμασταν πολύ τυχεροί που δε μας πέτυχε καμία - κι άλλη μια χτύπησε το πίσω δεξί  λάστιχο. Ο Στέφανος έχασε τον έλεγχο για λίγο και το αμάξι πήγαινε ζιγκ ζαγκ σα μεθυσμένος που  τριγυρνάει στους δρόμους αργά τη νύχτα.
“Μας τρύπησαν το λάστιχο!” γύρισα και του πα.
“Και τι θες να κάνω, να βγω να το αλλάξω;!” μου φώναξε τσαντισμένος.

Από μπροστά μας έρχονταν τρέχοντας με χίλια άλλα δυο περιπολικά, κι έτσι πέσαμε στην παγίδα  σαν ποντίκια στη φάκα. Στρίψαμε σ’ ένα στενό αριστερά, κι εκεί μας περίμενε μια κλούβα που χε  κλείσει όλο το δρόμο, και γύρω γύρω καμιά δεκαριά μπάτσοι με φουλ φέης και καλάσνικοφ στα  χέρια. Αρχίσανε να μας πυροβολούνε και σκύψαμε κάτω. Έβγαλα μια χειροβομβίδα και την πέταξα  πάνω τους, και τότε σπάσανε και τρέξαν να κρυφτούνε πίσω από κάδους και υπόστεγα  πολυκατοικιών, δίνοντας μας λίγο χρόνο για ανασύνταξη. ΜΠΟΥΜ! Έσκασε και τύλιξε την κλούβα σε φλόγες. Ο Στέφανος γέμισε το καλασνικόφ του κι εγώ έβγαλα την τελευταία μας χειροβομβίδα  και την πέταξα στα τρία περιπολικά που μόλις είχαν φτάσει πίσω μας. ΜΠΟΥΜ! Δεν είμαι απόλυτα  σίγουρος, μα νομίζω πως ένας μπάτσος δεν πρόλαβε να βγει απ’ το αμάξι και κάηκε ολόκληρος. Οι  υπόλοιποι πρόλαβαν να απομακρυνθούνε. Εμείς πάντως είχαμε παγιδευτεί και δε μπορούσαμε να  φύγουμε. Ο Στέφανος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, εγώ έμεινα μες στο αμάξι κι άναψα δυο  μολότοφ, τις έριξα στους μασκοφορεμένους που δειλά δειλά έβγαιναν απ’ τις κρυψώνες του. Ο  Στέφανος άρχισε να τους ρίχνει, ένας έπεσε κάτω λαβωμένος, μα οι υπόλοιποι ανταποδώσαν τα  πυρά. Τέσσερις σφαίρες στο σώμα του, και μια στο κεφάλι. Έπεσε στην άσφαλτο νεκρός, με τα  μάτια του ανοιχτά, κι αίμα να κυλάει στο προσωπό του. Έριξα άλλες δυο μολότοφ, η αδρεναλίνη με  κρατούσε και συνέχιζα και δεν ένιωθα ούτε θλίψη ούτε φόβο. Οι μπάτσοι από πίσω περικυκλώσαν  το αμάξι, και τότε αποφάσισα να βγω με το πιστόλι μου στο χέρι. Έριξα προς το μέρος τους μα δεν  πέτυχα κανέναν. Μπαμ! Μπαμ! Δυο σφαίρες, μια στο δεξί μου μπράτσο και μια στον  ώμο μου.  Έριξα το πιστόλι κάτω κι έπεσα στα γόνατα. Οι τέσσερις μπάτσοι με περικυκλώσανε σημαδεύοντας  όλοι στο κεφάλι μου. Ο ένας τους με πλησίασε με αργά βήματα. Κλώτσησε το πιστόλι μου μακριά,  έφτασε στο μισό μέτρο από μένα κι ακούμπησε την κάνη του όπλου του στο μετωπό μου. Σήκωσα  το κεφάλι και τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια. ΜΠΑΜ!..

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Η Πολιτεία των Αρουραίων - Μέρος Α'



Αθήνα, 28η Οκτωβρίου 2040
Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Όλος ο καλός κόσμος θα είχε μαζευτεί στις καλές και καθαρές πλατείες και τους σημαιοστολισμένους δρόμους των επιλεγμένων δήμων και περιοχών της Αθήνας, και με περηφάνεια θα βγάζανε φωτογραφίες τα παιδιά τους, που με βηματισμό στρατιωτικού τύπου θα παρέλαυναν μπροστά τους. Σήμερα ήταν η 100στη επέτειος του ΟΧΙ, της νίκης του ελληνικού λαού  απέναντι στο ναζισμό και το φασισμό. Εμάς, δε μας ενδιέφερε καθόλου.

Πολλοί σ’ αυτή τη γειτονιά δεν ήξεραν καν περί τίνος πρόκειται. Τα περισσότερα πιτσιρίκια δεν  είχαν ιδέα. Δεν είχαν ακούσει ποτέ για κανέναν μεγάλο πόλεμο, καμιά ναζιστική εισβολή και καμιά ελληνική αντίσταση. Δεν είχαν ιδέα. Αυτοί δεν ζούσαν σε κάποιον ‘επιλεγμένο δήμο ή περιοχή’, που  τέτοιες μέρες φιλοξενούσε παρελάσεις στις πλατείες του. Αυτοί το μόνο που ξέραν ήταν η βία, η  πείνα, η φτώχια, η παρανομία, η μπάλα και τα κάθε λογής ντρόγκια. Αλλά ακόμα και μεις που  ξέραμε, καμία όρεξη δε θα χαμε να πάμε να δούμε την παρέλαση - κι ας ήταν μια απ’ τις λίγες μέρες  που δεν θα χαμε πρόβλημα να κυκλοφορούμε ανάμεσα σ’ αυτούς, τους κατοίκους των επιλεγμένων  δήμων. Εξάλλου, έξω είχε πιάσει τους 36 βαθμούς, κι εμείς προτιμούσαμε να σαπίζουμε σε βρώμικα  υπόγεια και παρατημένα πάρκα.

Ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Πλέον, μέχρι και τα τέλη Νοέμβρη ήταν  καλοκαίρι. Έφτανε, καμιά φορά, ακόμα και τους 40 βαθμούς, αν και προς τέλη Οκτώβρη-αρχές Νοέμβρη ήταν κάπως καλύτερα. Τα βράδια είχε λίγη δροσιά. Μετά, τον Δεκέμβρη γινότανε  απότομα χειμώνας, και πολλές φορές χιόνιζε κιόλας. Δεν υπήρχε πια φθινόπωρο, ούτε και άνοιξη.  Μόνο καύσωνας και παγωνιά. Και εμείς γενικά αποφεύγαμε και τον καύσωνα, και την παγωνιά.
Τέλοσπαντων, ήταν εκείνη η μέρα που γνώρισα το Στέφανο. Τον είχε φέρει ο φίλος μου ο Νίκος ν’  αράξει μαζί μας στο υπόγειο του. Μας είπε πως είχε μόλις μετακομίσει στο υπόγειο απέναντι, που  παραδόξως ήταν καιρό τώρα παρατημένο. Η γειτονιά μας γενικά ήταν μια απ’ τις χειρότερες  γειτονίες της περιοχής. Οι περισσότερες πολυκατοικίες είχανε γκρεμιστεί, κι όσες στέκονταν ακόμα  ήταν ετοιμόρροπες. Βρισκόταν ανάμεσα από τις παλίες αποθήκες ενός σούπερ μάρκετ, και τις ράγες  του ΟΣΕ. Ακόμα περνούσε το τραίνο κάθε μέρα κι έκανε αυτόν το φρικτό θόρυβο και το έδαφος  σειόταν. Δε μπορούσα να φανταστώ γιατί ένας νέος άνθρωπος σαν το Στέφανο να μετακομίσει σ’  αυτήν την περιοχή. Όχι ότι οι άλλες ήταν καλύτερες, αλλά τουλάχιστον υπήρχε πιο πολύς κόσμος,  υπήρχε ζωή, υπήρχαν μερικά περίπτερα που πουλούσαν μπύρες και τσιγάρα, σε κάποιες περιοχές  υπήρχανε ακόμα και μπαρς. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα, μόνο εμείς, μερικοί γέροι, και δυο- τρεις πιτσιρικάδες, στην ηλικία του Στέφανου, ετοιμοθάνατα πρεζάκια. Μα ο Στέφανος δεν ήταν  ετοιμοθάνατο πρεζάκι, ή τουλάχιστον δεν φαινότανε. Τον κεράσαμε ένα μονόφυλλο τσιγάρο κακού  αλβανού, και του πιάσαμε κουβέντα.

“Πώς και βρέθηκες εδώ;”
“Δεν ξέρω, τυχαία. Περαστικός είμαι. Θα κάτσω λίγο καιρό και θα φύγω πάλι,” απάντησε.
“Αα, είσαι απ’ αυτούς τους αρουραίους-ταξιδιώτες," είπε ένας απ’ την παρέα μας και γέλασε. Αρουραίους-ταξιδιώτες λέγαμε αυτούς τους τύπους που γυρνούσαν από γκέτο σε γκέτο, απ’ όλες τις χειρότερες  περιοχές της Αθήνας, μα ποτέ δεν μπορούσαν να βγούνε παραέξω. Υπήρχαν ακόμα αρκετοί τέτοιοι. 
“Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι.”
“Από που έρχεσαι;”
“Τελευταία στάση μου ήταν στον Άγιο Παντελεήμονα. Αλλά δεν έμεινα πολύ εκεί. Στο Αιγάλεω είχα  εγκατασταθεί πριν φύγω για δω.”
“Αλλά που γεννήθηκες, από που ξεκίνησες;”
“Απ’ τον Πειραιά.”

Ο Πειραιάς ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση - οι περιοχές κοντά στη θάλασσα τουλάχιστον.  Ακόμα το λιμάνι του ήταν βασικός πόρος για την οικονομία του κράτους. Έρχονταν ακόμα κάποια  εμπορικά πλοία, μα κυρίως, έρχονταν πολλά τουριστικά. Τα περισσότερα ήταν κρουαζιερόπλοια  που γυρνούσαν τη Μεσόγειο, και λιγότερα εξυπηρετούσαν τη μεταφορά στα διάφορα νησιά του  Αιγαίου, και την Κρήτη - το πιο τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Το Πασαλιμάνι λοιπόν, το Φάληρο  και κάποιες άλλες περιοχές ήταν πιο προσεγμένες, οι κάτοικοι τους γενικά ήταν σε καλύτερη μοίρα  απ’ αυτούς του κέντρου.
“Που στον Πειραιά;”
“Φάληρο.”
Όλοι σταθήκαμε λίγο σιωπηλοί.
“Πόσο χρονών είσαι;” τον ρώτησα.
“21,” απάντησε.
“Και γιατί έφυγες από κει;”
Κοίταξε στο πάτωμα, συλλογίστηκε για λίγο τι θα μπορούσε να απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση.
“Δεν ξέρω. Απλά έφυγα.”
Η απάντηση δεν ικανοποίησε κανέναν στην παρέα, μα δεν το συνεχίσαμε. Πήρα μια τζούρα απ’ το  τσιγάρο και το γύρισα. Μόνο η τζιβάνα είχε απομείνει, μα εμείς το καπνίζαμε ακόμα.
“Και,” τον ρώτησα μετά από λίγο, “το πρόγραμμα τι λέει; Τι θα κάνεις όταν θα φύγεις από δω;”
“Δεν υπάρχει πρόγραμμα,” απάντησε. “Δεν υπάρχει τίποτα να κάνω. Λογικά θα συνεχίσω το  περπάτημα. Δεν ξέρω που μπορώ να πάω. Ίσως κινηθώ προς Χολαργό.”
“Δε θα σ’ αφήσουν να περάσεις. Ο Χολαργός είναι το τελευταίο σύνορο πριν τα βόρεια προάστια.  Μόνο στρατιωτικοί και μπάτσοι ζουν εκεί, και φυσικά δεν αφήνουν κανέναν απ’ το κέντρο να  περάσει.”
“Ε, εντάξει. Θα δούμε όταν έρθει η ώρα. Ακόμα είναι νωρίς, μόλις ήρθα και θέλω να κάτσω λίγο  καιρό εδώ. Μερικούς μήνες, δεν ξέρω. Θα δω. Να σε ρωτήσω... πώς είπαμε ότι σε λένε;”
“Αλέξανδρο.”
“Να σε ρωτήσω, Αλέξανδρε, που γίνεται το κοντινότερο συσσίτιο;”
“Εδώ πιο πάνω, στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Έχει μπόλικο φαί, γιατί δε μένει πολύς κόσμος σ’ αυτήν την περιοχή. Να φανταστείς, κάθε δεύτερη Τρίτη έχουμε κρέας!”
“Α ναι; Στο Αιγάλεω μας βγάζαν κρέας μόνο μια φορά το μήνα... Ωραία. Και νερό από κει πάλι, ε;”
“Ναι, ναι. Έχουν μια βρύση και μπορείς να πας να γεμίσεις. Έχεις μπιτόνι;”
“Έχω ένα μεγάλο παγούρι, μου αρκεί.”
“Οκ. Ναι, κι επίσης έχουν βάλει και μια ντουζιέρα, μπορείς να πας να πλυθείς μια φορά την  εβδομάδα.”
“Α, ωραία, καλό αυτό. Και αλκοόλ; Που μπορώ να βρω αλκοόλ;”
“Μακριά. Το κοντινότερο περίπτερο είναι στον Άγιο Παντελεήμονα - πρέπει να το είδες όσο ήσουν  εκεί. Καμιά φορά φέρνει και ο τύπος που μας δίνει φούντα, αλλά το πουλάει ακριβά, τριάντα λεπτά  το κιλό. Εμείς ζήτημα να χουμε πάρει απ’ αυτον τρεις φορές.”
“Ναι, όντως, δεν αξίζει. Καλύτερα απ’ το περίπτερο.”
“Καπνίζεις;” τον ρώτησα.
“Που και που, άμα βρω τσιγάρο δηλαδή.”
“Να, πάρε.” Του έδωσα τον καπνό μου κι ένα κομματάκι χαρτί απ’ την εφημερίδα μου.
“Ντραμ; Τυποποιημένος; Που τον βρήκες αυτόν τον καπνό;”
Στην Αθήνα δεν υπήρχαν πια τυποποιημένοι καπνοί, μόνο κάτι απαίσια αφορολόγητα πακέτα  βιομηχανικά τσιγάρα και κάποιοι χύμα καπνοί που φέρνανε πλανόδιοι έμποροι από την επαρχία.  Εγώ είχα την τύχη να έχω έναν θείο στην Ιταλία, ο οποίος που και που μου έστελνε κάποια χρήματα, φαγητά, καφέ, κρασί και καπνό.
“Έχω τις άκρες μου,” απάντησα.
Ο Στέφανος έστριψε ένα χοντρό τσιγάρο και το κάπνισε αμίλητος. Μετά σηκώθηκε, αποχαιρέτησε  και κίνησε για το υπόγειο του.


Την επόμενη μέρα ξύπνησα ορεξάτος. Περπάτησα ως την εκκλησία, πλύθηκα, άφησα λίγο τα  βρώμικα μου ρούχα να μουλιάσουν, κι αφού στέγνωσαν πήγα προς τον Άγιο Παντελεήμονα.  Αγόρασα ένα λευκό κρασί των είκοσι λεπτών απ’ το περίπτερο, πήρα δυο πλαστικά ποτήρια και  μετά γύρισα πίσω στη γειτονιά. Μπήκα στο υπόγειο του Στέφανου αντί για το δικό μου. Όλο το  σπίτι μύριζε σαν πτώμα σε αποσύνθεση. Ο Στέφανος καθότανε κάτω, σε μια γωνία, κάπνιζε ένα  τσιγάρο και διάβαζε ένα βιβλίο. Τον χαιρέτησα φωναχτά και σήκωσε το κεφάλι του απότομα - δε μ’  είχε πάρει χαμπάρι.
“Τι διαβάζεις;” τον ρώτησα.
“Φίλιπ Ντικ,” απάντησε.
“Α, Ντικ, ε; Ποιό βιβλίο;”
“Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο.”
“Α ναι, το ξέρω, το χα διαβάσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν. Ωραίο βιβλίο.”
“Ναι, καλό φαίνεται. Δεν ξέρω, τώρα τ’ άρχισα.”
“Που το βρήκες;”
“Εδώ, σ’ αυτό το υπόγειο, μαζί με πολλά άλλα. Να, εκείνη εκεί η μικρή βιβλιοθήκη, εκεί στη γωνία.  Είναι γεμάτη βιβλία.”
“Χα, ωραία, μπορεί να δανειστώ κανένα.”
“Ναι, οκ.”
“Έφερα να πιούμε ένα κρασί.”
“Καλά έκανες.”
Έβγαλα το μπουκάλι και τα δυο ποτήρια και σερβίρισα. Τσουγκρίσαμε και κατεβάσαμε από μια γερή  γουλιά.
“Αααχ, απαίσιο,” έκανε ο Στέφανος χαμογελώντας.
“Ε, τι περίμενες;”
Μείναμε για λίγο σιωπηλοί να κοιτάζουμε το πάτωμα. Η μυρωδιά του πτώματος ήταν ακόμα έντονη.
“Γιατί μυρίζει τόσο άσχημα έδω μέσα;” τον ρώτησα.
“Γιατί μέχρι προχτες που ήρθα εδώ υπήρχε ένα πτώμα που σάπιζε.”
“Χα, εκείνος ο τύπος ε; Άρα τελικά δεν έφυγε ποτέ. Κι αυτό εξηγεί και γιατί δεν είχε εγκατασταθεί  κανείς άλλος πριν από σενα σ’ αυτό το υπόγειο.”
“Μπα, αυτό ήταν απλά τύχη. Σχεδόν σε κάθε σπίτι στην Αθήνα θα βρεις τουλάχιστον ένα πτώμα  μέσα, αλλά δεν έχει σημασία, αν δεν έχεις που να μείνεις δε σ’ ενδιαφέρει. Απλά φορτώνεις το  πτώμα μέσα σε μια σακούλα, και πας και το πετάς στο νεκροταφείο, μαζί με χιλιάδες άλλα ανώνυμα  πτώματα. Και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλά πες μου, τον ήξερες αυτόν τον τύπο;”
“Όχι, δεν τον ήξερα. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Κανείς στη γειτονιά δεν τον ήξερε, ήταν πολύ    μοναχικός και περίεργος, δε μιλούσε σε κανέναν. Απλά τον είχε πάρει το μάτι μου μερικές φορές να  μπαινοβγαίνει. Πάντως δεν τον είχα για πρεζάκια.”
“Δεν πέθανε από πρέζα.”
“Αλλά;”
“Τον βρήκα κρεμασμένο απ’ το ταβάνι.”
“Α, αυτοκτόνησε ε; Τον κακομοίρη...”
“Ναι. Αυτοκτόνησε.”
Καθίσαμε για μερικά λεπτά αμίλητοι, πίνοντας γρήγορα και γεμίζοντας ξανά και ξανά τα ποτήρια  μας με το φτηνό κρασί που πήρα. Κάποια στιγμή γύρισα προς το μέρος του και ρώτησα.
“Λοιπόν, τελικά γιατί έφυγες απ’ το Φάληρο;”
Ο Στέφανος κοίταξε κάτω κι απάντησε κοφτά, “σου είπα, δεν ξέρω, απλά έφυγα.”
“Ω έλα τώρα, κανείς δεν ξυπνάει μια μέρα και απλά φεύγει απ’ τις ανέσεις του για να βουτήξει στο  βούρκο. Σίγουρα κάποιος λόγος θα υπάρχει.”
“Δεν υπάρχει...”
“Τα χάσατε όλα, ε; Σας πετάξαν απ’ το σπίτι σας με μια βαλίτσα στο χέρι, ε;”
“Όχι.”
“Τότε θα σε διώξαν οι δικοί σου. Θα σε είδαν έτσι, ρέμπελο, και θα σε πέταξαν στο δρόμο, σίγουρα.”
“Ούτε.”
“Τότε; Τότε τι; Γιατί δε μου λες, μα τι φοβάσαι πια από μένα;”
“Πφφ, δεν ξέρω. Απλά να, έχω δει πολλούς ρουφιάνους σ’ αυτή την πόλη. Στα Εξάρχεια, που έμενα  κάμποσο καιρό, κάθε μήνα χάναμε και κάποιον - και δεν εννοώ ούτε από πρέζα, ούτε από πείνα,  ούτε από αρρώστια. Πόσοι και πόσοι, σ’ ένα βράδι εξαφανίζονταν και δεν τους ξαναβλέπαμε ποτέ. Ούτε καν τα πτώματα δε μπορούσαμε να βρούμε. Και φυσικά δεν είναι τυχαίοι αυτοί που  εξαφανίζονται.  Είναι οι πιο μάχιμοι και οι πιο ριζοσπάστες, οι πιο επικίνδυνοι.”
“Ναι, έχω ακούσει κι εγώ πολλές τέτοιες ιστορίες. Και τι όμως, φοβάσαι πως κι εγώ είμαι ρουφιάνος;”
“Απλά δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να σ’ εμπιστευτώ.”
“Σου μοιάζω για ρουφιάνος;”
“Όχι, αλλά δεν μπορώ να το ξέρω αυτό με σιγουριά.”
“Αχά, μάλιστα... Κοίτα, όμως, πως έχει το πράμα. Αν ήμουνα ρουφιάνος, θα είχα ήδη αρκετούς  λόγους όχι απλά για να σε υποπτεύομαι, αλλά και για να είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος πως κάτι  έτοιμαζεις.”
“Ναι, αλλά δε θα είχες αποδείξεις.”
“Αποδείξεις; Πιστεύεις ότι αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται αποδείξεις; Αυτοί με το που τους μπει η  υποψία σκοτώνουνε, ή ό,τι άλλο κάνουνε.”
Ο Στέφανος κοίταξε το πάτωμα.
“Μα, τέλοσπαντων,” συνέχισα, “αφού δε μ’ εμπιστεύεσαι δε σε πίεζω. Θα πιω το κρασί μου και θα  φύγω.”
“Ετοιμάζω τη μεγάλη έξοδο,” είπε τελικά.
“Τι;”
“Με ρώτησες γιατί έφυγα απ’ το σπίτι μου. Σου απαντώ, έφυγα και ήρθα έδω για να ετοιμάσω τη  μεγάλη έξοδο.”
“Χαχαχα,” γέλασα φωναχτά, “αλήθεια κακομοίρη μου; Αλήθεια ήρθες σ’ αυτό το βούρκο για να  ετοιμάσεις επανάσταση;”
“Δε μίλησα για επανάσταση ή τίποτα τέτοιο.”
“Αλλά; Τι εννοείς τη μεγάλη έξοδο;”
“Αυτό που ακούς. Θα βρω μια όμαδα μάχιμων και θα βγούμε έξω απ’ τα σύνορα της Αθήνας, θα  πάμε στα προάστεια.”
“Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Τι νόημα έχει;”
“Νόημα; Ψάχνεις το νόημα; Ποιό το νόημα του να ζούμε εδώ πέρα σαν αρούρια, να τρώμε τα σκατά  που μας σερβίρει η εκκλησία, να σουτάρουμε και να καταπίνουμε ό,τι σκατά μας δίνουν,  να πεθαίνουμε σαν τους σκύλους, να σαπίζουμε σα μήλα στο χώμα; Ε, ποιό το νόημα σε όλα αυτά;”
“Μα δεν καταλαβαίνω, εσύ δε ζούσες καν εδώ. Εσύ ήρθες απ’ έξω, και τώρα πάλι θες να ξαναφύγεις  γιατί διαπίστωσες πόσο άθλια είναι η ζωή σ’ αυτήν την πόλη;”
“Δεν έχει σημασία, η ζωή είναι άθλια γενικά, η ζωή είναι μια αρρώστια. Κι αν έμενα στο Φάληρο, κι  αν δεν έφευγα ποτέ, ποιό θα ταν το νόημα; Θα σπούδαζα κάπου στο εξωτερικό και μετά θα δούλευα  στα καράβια σαν τον πατέρα μου, ποιό το νόημα σ’ όλα αυτά;”
“Το νόημα ήταν ότι θα ζούσες, κι ότι θα ζούσες καλά, σίγουρα καλύτερα απ’ ότι ζεις εδώ.”
“Όχι, αυτό είναι ψέμα. Ποτέ και πουθενά δε θα ζούσα καλά σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο. Γύρω μου ο  κόσμος θα πέθαινε απ’ τη φτώχεια και την πείνα, κι εγώ θα ζούσα σε μια φούσκα έτοιμη να σκάσει  κάθε στιγμή. Η μιζέρια θα ταν πάλι η ίδια.”
“Α, δηλαδή είσαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που πιστεύουν ότι η ευτυχία για να είναι αληθινή  πρέπει να μοιράζεται.”
“Όχι, είμαι ένας απ’ αυτούς τους περίεργους που δεν πιστεύουν καν στην ευτυχία, που βλέπουνε  μόνο μιζέρια και φρίκη.”
“Και νομίζεις ότι θα αλλάξεις αυτήν την κατάσταση μαζεύοντας μερικούς τρελούς σαν κι εσένα και  προσπαθήσεις να βγεις έξω απ’ την Αθήνα;”
“Όχι, ούτε πιστεύω, ούτε καν θέλω να αλλάξω την κατάσταση. Δε μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που θέλω  είναι να κάνω κάτι στη δικιά μου τη ζωή, να ζήσω και να πεθάνω για μένα, όσο πιο ελεύθερος  γίνεται. Να δημιουργήσω ένα νόημα για μένα. Να κάνω κάτι τέλοσπαντων, δεν αντέχω άλλο αυτή  τη σαπίλα, αυτή τη βαρεμάρα, αυτή την αδράνεια. Και ναι, που ξέρεις, μπορεί και να ναι η σπίθα  που χρειάζεται για να ανάψει η φωτιά, μπορεί ο κόσμος να ξεσηκωθεί άμα δει πως κάποιος τα  κατάφερε και αντέδρασε. Αλλά αυτό δε με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει πραγματικά είναι να κάνω  κάτι για να νιώσω ζωντανός, κάτι να με πείσει πως υπάρχω. Το θέμα δεν είναι να αλλάξεις τον  κόσμο, το θέμα είναι να ξεκολλήσεις από την αδράνεια, να μπεις σε μια τροχία, να νιώσεις μέσα σου  ενέργεια.”
“Μα θα πεθάνεις, θα σε φάνε με το που πας να κάνεις κίνηση.”
“Δε με νοιάζει. Δε με φοβίζει ο θάνατος, αυτό που με φοβίζει είναι η απραξία, η αδράνεια που σου  λέω τόση ώρα. Το μόνο σίγουρο είναι ο θάνατος, γι’ αυτό και δε με τρομάζει, αλλά με τρομάζει η  ιδέα του να κάθομαι και να τον περιμένω να έρθει. Αυτό με τρομάζει. Και το σιχαίνομαι, το  σιχαίνομαι με όλη την ψυχή μου, όταν βλέπω τόσο κόσμο να πεθαίνει από πρέζα και αρρώστιες, από πείνα, ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, να κρύβεται όταν ο ήλιος βγαίνει ψηλά στον ουρανό και  τον καίει. Εγώ θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα με τυφλώσει.”
Έσκυψα το κεφάλι κάτω. Δεν είχα τι ν’ απαντήσω. Υπήρχε μια γερή δόση λογικής μέσα σ’ όλη αυτή  την τρέλα. Γενικά νομίζω πως σε εποχές παραλογισμού σαν τη δική μας, το πιο λογικό είναι τελικά  το πιο παράλογο. Καταβάθος ήξερα πως είχε δίκιο. Καταβάθος συμφωνούσα μαζί του.
“Και,” είπα τελικά, “πώς θα το κάνεις αυτό; Πώς θα γίνει;”
“Δεν ξέρω ακόμα ακριβώς. Σίγουρα χρειάζομαι μερικά άτομα, έχω βρει ελάχιστους μέχρι στιγμής...  Είναι απίστευτο πόσοι κάθονται και γκρινιάζουν που δεν έχουν τίποτα και διαμαρτύρονται για όλα  μα όταν τους πεις ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ρισκάρουν το μόνο που τους έχει  απομείνει, τη ζωή τους, κωλώνουνε... Το σίγουρο είναι ότι θα χρειαστούμε μερικά όπλα και δυο -  τρία αμάξια.”
“Χα, και που θα τα βρεις αυτά;”
“Όπλα κυκλοφορούνε μπόλικα, δεν είναι δύσκολο. Είχα γνωρίσει τύπο στα Εξάρχεια που είχε μια  κλειδαμπαρωμένη αποθήκη γεμάτη γκάνια. Απλά ο βλάκας δεν τα δίνει πουθενά, λέει τα κρατάει για  την ώρα της εξέγερσης. Αρχίδια... Είναι αδιανόητη αυτή η κατάσταση στα Εξάρχεια... Όλοι μιλάνε  για εξεγέρσεις κι επανάστασεις και κανείς δεν κάνει τίποτα, όλοι πάνε και τραβάνε μαλακίες στις  συνελεύσεις και σε όλα διαφωνούνε, και μόνο σ’ ένα πράγμα τα βρίσκουνε - στο ότι δεν έχει έρθει  ακόμα η ώρα του πολέμου... Μόνο οι μηδενιστές κάτι κάνουνε, αλλά κι αυτοί στην τελική δεν πάνε  πουθενά. Κάνουνε ντου στα μαγαζιά και σκοτώνονται με μπράβους και μεταξύ τους.”
“Ξέρω, ναι, είχα ζήσει κι εγώ μια περίοδο στα Εξάρχεια.”
“Ναι, τέλοσπαντων... Αμάξια δεν ξέρω που θα βρούμε. Μόνο λεωφορεία και σκουπιδιάρικα  κυκλοφορούν σ’ αυτήν την πόλη.”
“Σίγουρα θα μπορούσες να βρεις στην Πλάκα ή κάπου εκεί τριγύρω.”

Η Πλάκα, το Ζάππειο, οι συνοικίες κάτω απ’ την Ακρόπολη και η πλατεία Συντάγματος ήταν οι  τελευταίες ‘καλές’ περιοχές της Αθήνας. Καλές με την έννοια ότι υπήρχε ακόμα αρκετός τουρισμός και έρρεε χρήμα. Υπήρχαν επίσης μπόλικα μαγαζιά, εμπορικά, μπαρ και ταβέρνες, κι ακόμα και  ξενοδοχεία. Η Παλιά Βουλή μάλιστα, στο Σύνταγμα, είχε μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο,  πέντε αστέρων. Και φυσικά υπήρχε απίστευτη περιφρούρηση γύρω απ’ αυτές τις περιοχές,  αμέτρητες κλούβες, μηχανές και περιπολικά, άπειροι μπάτσοι σε κάθε γωνία. Στη Βασσιλίσης Σοφία, στη Βασσιλίσης Όλγας, στη Διονύσου Αρεοπαγείτου και στην Ερμού υπήρχε ένα μπλόκο κάθε  δέκα μέτρα. Κι επίσης, ήταν και οι μπράβοι που προσλάμβανε το κάθε μαγαζί για προστασία.

“Ναι, το ξέρω, αλλά είναι σχεδόν απίθανο να περάσεις, στην Πλάκα ή οποιαδήποτε απ’ αυτές τις  περιοχές. Δεν ξέρω, αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι του σχεδίου. Κάτι θα σκεφτώ...  Τέλοσπαντων, έπεσε το σκοτάδι σχεδόν. Θα με βοηθήσεις να μαζέψω μερικά σκουπίδια να βάλω  καμιά φωτιά;”
“Ναι, οκ. Πάμε.”
Φυσικά ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, οπότε αν ήθελες λίγο φως τη νύχτα έπρεπε αναγκαστικά να  ανάψεις φωτιά. Βγήκαμε στο δρόμο, προχωρήσαμε προς τους κάδους και μαζέψαμε κάτι χαρτόνια,  ελάχιστα ξύλα από κατεστραμμένα έπιπλα κι ό,τι άλλο μη πλαστικό βρήκαμε. Τα κουβαλήσαμε  πίσω στο υπόγειο κι ο Στέφανος τα ριξε μέσα σ’ ένα μαυρισμένο τσουκάλι που είχε, έβγαλε έναν  αναπτήρα και προσπάθησε να τ’ ανάψει. Εγώ αποχαιρέτησα και γύρισα στο δικό μου υπόγειο να  κοιμηθώ.


Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα τακτικά μετά από κεινη την κουβέντα. Πότε πήγαινα εγώ στο υπόγειο  του, πότε ερχόταν αυτός στο δικό μου, και πότε πηγαίναμε μάζι στο υπόγειο κάποιου απ’ την παρέα μου. Κάθε φορά μου μίλαγε για το σχέδιο του με το ίδιο πάθος όπως την πρώτη φορά. Κι επίσης,  κάθε φορά όλο και αυξανόταν η πόσοτητα του κρασιού που πίναμε και η ποσότητα των τσιγάρων  που καπνίζαμε. Μια μέρα έσκασε σπίτι μου με τέσσερα μπουκάλια κόκκινο κρασί, και τότε  αποφάσισα να γίνω λίγο πιο αδιάκριτος.
“Έχεις λεφτά στην άκρη;” τον ρώτησα.
“Ναι,” απάντησε κοφτά.
“Καβατζώνεσαι απ’ τους δικούς σου στο Φάληρο, ε;”
“Όχι, δεν έχω κρατήσει καμία επαφή με τους δικούς μου. Απλά είχα βρει μια καλή δουλειά για μια  περίοδο.”

Οι δουλειές στην Αθήνα ήταν ελάχιστες, όλες μαύρες και κακοπληρωμένες. Υπήρχαν ελάχιστα μπαρ  και μαγαζιά, πάντα μισοάδεια και φυσικά πάμφθηνα, οπότε υπήρχαν μερικές δουλειές τύπου  μπαρμαν και σερβιτόρου, αλλά όλες ήταν καβατζωμένες από συγγενείς των αφεντικών. Υπήρχαν  επίσης μερικά περίπτερα. Από κει και πέρα, η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν αυτή του μπράβου.  Λόγω της εγκληματικότητας, όλα τα μαγαζιά και ακόμα και τα περίπτερα προσλαμβάνανε μερικά  άτομα για να δουλεύουν ως πορτιέρηδες και να διατηρούνε την τάξη και την ασφάλεια. Όσο πιο  πετυχημένο το μαγαζί, τόσοι περισσότεροι οι μπράβοι. Ακόμα, υπήρχαν πολλοί λαθρέμποροι,  κυρίως καπνού, τσιγάρων και κάθε είδους ναρκωτικών. Φυσικά ήταν και οι σκουπιδιάρηδες και οι  λεωφορειατζήδες, που ήταν και οι μόνοι νόμιμοι εργαζόμενοι, και τέλος οι διάφοροι εργάτες του  ποδαριού, αυτοί που επισκευάζανε μισογκρεμισμένες σκεπές, μπαλκόνια, έπιπλα και λοιπά, και οι  ράφτρες, που μπαλώνανε και πλένανε κάλτσες, πουκάμισα, παπούτσια και ρούχα για  πενταροδεκάρες. Ήταν βέβαια και οι διάφοροι ψειριστράκηδες και κλέφτες, μα οι περισσότεροι  απ’ αυτούς δεν είχαν καμία τύχη.
“Τι δουλειά, αν επιτρέπεται;”
“Μπράβος.”
Η αλήθεια είναι πως δεν την περίμενα αυτήν την απάντηση. Ο Στέφανος ήτανε βέβαια σωματώδης  και φαινόταν δυνατός, αλλά μόνο και μόνο από το στυλ του και την όλη του κοσμοθεωρεία δεν θα  το πίστευα πως δούλευε μπράβος αν δε μου το λεγε.
“Που; Σε μαγαζί;”
“Ναι, σε μια ταβέρνα κάτω απ’ την Ακρόπολη. Την είχε ένας οικογενειακός γνωστός κι έτσι έγινε το  κονέ.”
“Ψψψψ, κάτω απ’ την Ακρόπολη ε; Άρα μιλάμε για καλά λεφτά.”
“Ναι.”
Οι μπράβοι των περιπτέρων έπαιρναν γύρω στα τρια ευρώ τη βδομάδα, οι μπράβοι των μαγαζιών του κέντρου γύρω στα πέντε με εφτά, αλλά οι μπράβοι των μαγαζιών των καλών περιοχών της Αθήνας  έπαιρναν πολλά παραπάνω. Ήξερα έναν τύπο που έβγαζε 25 ευρώ τη βδομάδα, για λιγότερο από  οχτώ ώρες δουλειά τη μέρα!
“Άρα θα χεις κρατήσει κάμποσα στην άκρη.”
“Ναι, αρκετά. Αλλά δεν έχει σημασία, τα μόνα μου έξοδα είναι σε κρασιά, τσιγάρα και φούντα όποτε   κάτσει. Σίγουρα πάντως δεν είναι αρκετά για να πάρω αμάξι... Εσύ; Πώς τα βγάζεις πέρα;”
“Έχω τις άκρες μου. Μέχρι πριν μερικά χρόνια έκανα διάφορες δουλειές, είχα μάλιστα δουλέψει κι  ως γκαρσόνι πιο νέος. Καλά λεφτά... Τώρα απλά έχω μερικά στην άκρη, κι επίσης έχω κι ένα γέρο  θείο στην Ιταλία που, που και που, μου στέλνει προμήθειες και κανα φράγκο. Γενικά τη βγάζω.”
“Αχά, καλά είσαι...”
“Ναι, μια χαρά... Βρήκες καναν άλλο;”
“Τι έννοεις;”
“Ξέρεις, για τη μεγάλη έξοδο που μου λεγες. Έλεγες πως ψάχνεις άτομα να ρθουν μαζί σου.”
“Α, ναι. Όχι, δεν βρήκα. Αυτή η περιοχή δεν προσφέρεται. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί αύριο να  ρθουν να εγκατασταθούν δέκα μηδενιστές, και να ναι όλοι ψημένοι.”
“Χαχα, ναι, μπορεί. Αλλά οι πιθανότητες δεν είναι πολλές. Σχεδόν μηδενικές θα έλεγα.”
“Ναι, ίσως. Δεν πειράζει.”
Είχαμε σχεδόν τελειώσει το τρίτο μπουκάλι κι είχε αρχίσει να μας βαράει στο κεφάλι. Άρχισα να  σιγοτραγουδάω ένα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Στέφανος κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο κρασί του και σηκώθηκε να φύγει. “Σου αφήνω το τελευταίο μπουκάλι,” είπε. “Θα τα πουμε,” και βγήκε  έξω να πάει στο υπόγειο του.


Θα χε περάσει κανας μήνας, όταν για πρώτη φορά τον άκουσα να εκφράζει αμφιβολίες για το σχεδιό  του. Σε μια απ’ τις συνηθισμένες μας κρασοποσίες λοιπόν, κι αφού είχαμε ήδη τελειώσει το πρώτο  μπουκάλι, γύρισε μετά από μια μεγάλη παύση προς το μέρος μου.
“Αλέκο,” είπε, “δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Υπάρχουν πολλά προβλήματα, δεν είναι τόσο απλό  όσο το φανταζόμουν.”
“Τι εννοείς;”
“Το σχέδιο, η μεγάλη έξοδος που σου λέω τόσο καιρό.”
“Ναι, σαν τι προβλήματα;”
“Καταρχάς, αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι ότι όλοι θα κάνουν πίσω την τελευταία στιγμή.  Όλοι θα κωλώσουν και θα μ’ αφήσουν μόνο μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το κάνω μόνος μου.”
“Τους έχεις πει τα πάντα κι ακόμα δεν τους εμπιστεύεσαι;”
“Ναι, δεν τους εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Ξέρω πως πάει, πως πάει πάντα, ελάχιστοι  είναι έτοιμοι να θυσιαστούν όταν χρειάζεται. Όλοι οι άλλοι, αν είχαν την επιλογή, θα το βαζαν στα  πόδια. Έτσι πάει. Όσο άθλια και φριχτή κι αν είναι η ζωή τους, είναι η ζωή τους, είναι το μόνο που  έχουν. Και ενστικτωδώς θα έκαναν τα πάντα για να μην τη χάσουν. Σαν το πρόβατο που το χει  αρπάξει ο λύκος κι εκείνο συνεχίζει να παλεύει, παρόλο που ξέρει ότι ακόμα κι αν ελευθερωθεί θα  είναι τόσο λαβωμένο και αργό που και πάλι ο λύκος θα το προλάβει. Την κρίσιμη στιγμή όλοι θα  σκεφτούν σαν αυτό το πρόβατο.”
“Εσύ όμως λες ότι δε φοβάσαι το θάνατο, εσύ λες πως είσαι έτοιμος.”
“Εγώ ναι, τους άλλους φοβάμαι.”
“Αυτό όμως είναι κάτι που αφορά μόνο εσένα. Αν οι άλλοι κάνουν πίσω, τότε είναι η επιλογή τους  και δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Αν εσύ είσαι έτοιμος, τότε δεν χρειάζεσαι κανέναν.”
“Δεν είναι έτσι, αν πάω μόνος μου θα με καθαρίσουνε σε δυο λεπτά.”
“Και τι σημασία έχει; Ούτως ή άλλως θα σε καθαρίσουνε.”
“Ναι, άλλα πρέπει να προλάβω να προκαλέσω πανικό πριν το τέλος. Αν ήθελα απλά να πεθάνω θα  πινα κάθε μέρα πρέζα ή θα κρεμιόμουνα από το ταβάνι σαν τον τύπο που ζούσε πριν εδώ. Δε θέλω  απλά να πεθάνω όμως. Θέλω να φύγω μ’ έναν πάταγο.”
“’Ωχου αδερφέ μου, πολλές απαιτήσεις έχεις. Και τέλοσπαντων, όλα αυτά είναι υποθετικά. Εξάλλου  μου χες πει ότι έχεις βρει μερικά άτομα πρόθυμα να σε ακολουθήσουν.”
“Τρία, τρία άτομα μόνο...”
“Ε αρκετοί είστε, πόσους θέλεις;”
“Εκατό, πεντακόσιους, χίλιους. Όσο πιο πολλούς γίνεται.”
“Ε, άντε τράβα να τους βρεις τότε και καλή σου τύχη.”
Κοίταξε κάτω κι έμεινε για λίγο σιωπηλός μετά απ’ αυτό.
“Κι επίσης, είναι και τα όπλα,” είπε μετά από ώρα. “Δεν ξέρω που θα τα βρω.”
“Εσύ δεν είπες ότι ξέρεις κάποιον που έχει;”
“Ναι, αλλά επίσης είπα ότι δεν τα δίνει σε κανέναν. Τα χει κλειδαμπαρωμένα κάπου και κανείς δεν  ξέρει που.”
“Άμα υπάρχουν θα τα βρεις. Αρκεί να ρωτήσεις τα σωστά άτομα. Φαντάζομαι το αμάξι είναι  μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ τα όπλα.”
“Ναι, αυτό επίσης. Δεν έχω ιδέα που μπορώ να βρω αμάξι. Δεν το συζητάω καν για Πλάκα και  λοιπές περιοχές, είναι απλά αδύνατο.”
Ήπια μια γερή γουλιά κρασί και κοίταξα προς το μέρος του.
“Κοίτα, σ’ αυτό ίσως να μπορώ να σε βοηθήσω.”
“Τι εννοείς;” με ρώτησε και τα μάτια του άστραψαν.
“Εννοώ ότι έχω έναν φίλο - το Μανώλη, τον ξέρεις - που έχει σε μιάν αποθήκη εδώ πιο κάτω ένα  αμάξι...”
“Αμάξι;!”
“Ένα παλιό μοντέλο, τογιότα αν θυμάμαι καλά. Έχει χρόνια να το λειτουργήσει όμως, πάνω από  πέντε. Δεν ξέρω αν θα δουλεύει ακόμα.”
“Πάμε να το δούμε!”
“Όπα, κάτσε, καταρχάς θα πρέπει να του μιλήσω. Δε νομίζω να χει πρόβλημα, παρατημένο το χει  ούτως ή άλλως, αλλά πρώτα πρέπει να τον ρωτήσω.”
“Ωραία, ωραία! Ρώτα τον, αύριο κιόλας ρώτα τον.”
“Θα τον ρωτήσω, αλλά σου λέω, είναι πολύ πιθανό να έχει χαλάσει, να μην παίρνει καν μπρος.”
“Ναι, το πιστεύω, αλλά αξίζει να το δούμε.”

Και όντως, την επόμενη μέρα έπιασα το Μανώλη και του μίλησα. Αποδείχτηκε πολύ εύκολο να τον  πείσω. Δεν του είπα φυσικά την αλήθεια, αλλά μια ιστορία που σκέφτηκα επιτόπου, ότι και καλά ο  Στέφανος είχε έναν γνωστό στο Φάληρο που πουλούσε μεταχειρισμένα αμάξια και θα μπορούσε να  το αγοράσει αν ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση. Κι έτσι απλά μου έδωσε τα κλειδιά και για την  αποθήκη και για το αυτοκίνητο.

Πέρασα να πάρω το Στέφανο και μαζί πήγαμε ως την αποθήκη, δυο στενά πιο κάτω. Ανοίξα και  μπήκαμε. Το αμάξι ήταν ένα παλιό τογιότα γιάρις, μπλε στο χρώμα, με πολλές γρατζουνιές και  σκουριά στη λαμαρίνα, και φυσικά χωρίς πινακίδες. Ο Στέφανος άρπαξε τα κλειδιά απ’ τα χέρια μου  και μπήκε μέσα. Προσπάθησε να βάλει μπρος, μα μάταια. Πρόσπαθησε ξανά και ξανά. Μετά βγήκε έξω και άνοιξε το καπό.
“Η μπαταρία θέλει άλλαγμα σίγουρα,” είπε. “Και ίσως και το δυναμό. Και λογικά θέλει και λάδια και  βενζίνες και λοιπά.”
“Λάδια και βενζίνη έχουμε, σε κοίνο κει το έπιπλο. Από μπαταρίες και δυναμό δεν έχω ίδεα. Εσύ  ξέρεις καθόλου απ’ αυτά;”
“Λίγα πράματα. Πάντως χρειαζόμαστε σίγουρα καινούρια μπαταρία.”
“Δε μπορούμε να την επισκευάσουμε;”
“Δε νομίζω. Νομίζω θέλει άλλαγμα.”
“Και που θα βρούμε καινούρια μπαταρία;”
“Πφφ, δεν ξέρω... Σ’ αυτό το μέρος υπάρχουν πολλά συνεργεία πάντως.”
“Ναι, αλλά το τελευταίο έκλεισε πριν δεκαπέντε χρόνια.”
“Πιθανότατα θα βρούμε πολλά ανταλλακτικά μέσα όμως.”
“Ίσως, αλλά πώς θα μπούμε;”
“Αυτό είναι το μόνο εύκολο...”

Πράγματι, το ίδιο βράδι που ξανασυναντηθήκαμε έξω απ’ την αποθήκη, ο Στέφανος κρατούσε μια  ολοκαίνουρια μπαταρία μέσα στο κουτί της.
“Κάποιοι το λένε τύχη, εγώ το λέω αίτιο και αποτέλεσμα,” είπε χαμογελώντας.
Μπήκαμε πάλι μέσα κι ο Στέφανος έπιασε δουλειά. Μετά από κάμποση ώρα που κατάφερε να τη  συνδέσει, έπιασε ένα γυαλόχαρτο και βάλθηκε να καθαρίσει τα σκουριασμένα σημεία. Εγώ πήρα  ένα απλό πανί και καθάρισα πρόχειρα το παρμπρίζ και τα τζάμια. Μετά του βάλαμε λάδια και  βενζίνη, και τελικά ο Στέφανος μπήκε μέσα να δει αν υπήρχε βελτίωση. Με την τρίτη προσπάθεια,  το αμάξι πήρε μπρος. Σιγά σιγά έκανε όπισθεν και το αμάξι τσούλησε δυο μέτρα πίσω.
“Όπα,” του φώναξα, “μη βγεις πιο έξω, έφτασες στο όριο.”
Γενικά τα αμάξια πλέον στην Αθήνα ήταν ελάχιστα - αν υπήρχε δηλαδή κανένα - και αν κάποιο  έκοβε βόλτες τότε θα μάζευε γύρω του δεκάδες Αθηναίους που θα τρέχαν γύρω του να το δουνε  όπως οι μύγες τρέχουν γύρω απ’ τα σκατά.
“Δουλεύει!” φώναξε ο Στέφανος ικανοποιημένος.
“Ναι, όντως,” παρατήρησα.
Δώσαμε τα χέρια, βγήκαμε έξω και κλειδώσαμε, και μετά τράβηξε ο καθένας για το υπόγειο του. Η  επόμενη φορά που θα ξανάβλεπα το Στέφανο θα ταν μετά από μήνες.