Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τα ποντίκια στις γωνίες

Μπερδεμένα ποντίκια πηγαινοέρχονται στην ετοιμόρροπη αποθήκη. Οι πατημασιές τους, νίκησαν τη σκόνη. Το βλέμμα τους είναι στραμμένο πάντα στην δεξιά γωνία. Η σκάλα, τι όμορφη που είναι τούτη η σκάλα. Στην κορυφή της υπάρχει ένα κομμάτι τυρί που μετά βίας φαίνεται μα η μυρωδιά του, δίνει στο δωμάτιο την αίσθηση της πληρότητας. Και ξεκινούν οι ποντικοί και οι ποντικίνες –από τότε που θα ανοίξουν τα μάτια τους – το σκαρφάλωμα. Πιάνονται σε λακκούβες, τρυπάνε τη σάρκα τους, δροσίζουν το ξύλινο δάπεδο με αίμα. Όταν αποδέχονται τα βάσανα τους και οι πληγές, τους γίνονται συνήθεια, αράζουν. Αράζουν σ’ ένα –συνήθως – χαμηλό επίπεδο και ξεχνάνε τη λιγούρα τους τραγουδώντας. Μα στ’ αυτιά αυτών που δεν αντέχουν το σκαρφάλωμα αντηχεί μια αλλόκοτη βοή. Δεν είναι σπάνιο να έχει και δυο τρία πτώματα στη συνοδεία της. Έτσι είναι, κάποιοι παραπατάνε στο μεθύσι, μα λένε πως τουλάχιστον πέθαναν χαρούμενοι. Βέβαια θα πει κανείς, πως το λένε αφού είναι νεκροί; Ποιος ξέρει. Ο μεταμοντερνισμός δεν άφησε ήσυχα ούτε τα υπαρξιακά. Μα αυτά, έλαχε να επιβιώσουν για να ξεπεραστούν.

 Είναι κάτι ποντίκια, εκεί, στην άλλη γωνιά. Φοράνε το θάνατο και ακονίζουν τα δόντια τους για ζωή. Ήδη άρχισαν να κοιτούν τη σκάλα θαρραλέα. Ετοιμάζονται για κάτι μεγάλο. Κάτι που δεν έχει προηγούμενο. Θα τη ροκανίσουν μέχρι να πέσει μαζί με το τυρί που κουβαλάει. Και τα κακόμοιρα τα ποντίκια που είναι πάνω στη σκάλα; Αξίζουν τόσο τίμιους φονιάδες; Μα δεν τα σκότωσαν τα ποντίκια απ’ τις γωνίες. Οι θάνατοι που τους βαραίνουν ξεκινάνε μετά το πέσιμο τις σκάλας. Θα ευχόμασταν όλοι να είναι λιγότεροι. Μα ας το καλοσκεφτούμε και ας αλλάξουμε γνώμη. Τι υπεροψία! Νομίσαμε πως θα τα ξεφορτωθούμε έτσι εύκολα τα υπαρξιακά.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το Καπέλο


Επιτέλους τα είχε καταφέρει, απείχε μόλις λίγα δευτερόλεπτα από την γιορτή που θα ολοκλήρωνε τελετουργικά την κοινωνική του ανέλιξη προς τα σαλόνια της άρχουσας τάξης. Οι κόποι του δεν είχαν πάει χαμένοι, θα απολάμβανε και αυτός τελικά τη χλιδή και τη νηφαλιότητα που προκύπτει από τη βλακεία της εξουσίας τους. Μιας εξουσίας των αγορών του κράτους και των πραγμάτων που αυτά συνεπάγονται.

Βέβαια δεν ήταν όλα ρόδινα, καθώς περπατούσε αργά αργά προς την είσοδο του κοσμικού μαγαζιού το μυαλό του δεν μπορούσε παρά να πάει, προκαλώντας του ίσως λίγες τύψεις,στους χιλιάδες εαυτούς του, που λόγω των ιδεολογικών τους καταβολών έκοψε κομμάτι κομμάτι από πάνω του  και πέταξε στα σκουπίδια με αποτέλεσμα  να μην μείνει τίποτα άλλο για κορμί του παρά παρά το δερμάτινο πέπλο,τα χρυσά μανικετόκουμπα και η μυρωδιά της νεκρής και σαπισμένης πλέον σάρκας που στόλιζε τα σκαλοπάτια της κοινωνίας που βιαστικά ανέβηκε.

Χαμογέλασε...  Με έναν αισιόδοξο υπολογισμό το ένα τρίτο της ζωής του είχε ξοδευτεί στο βωμό του καριερισμού και της τεχνοκρατίας, του απέμεναν όμως αρκετά χρόνια ώστε να απολαύσει όλα τα υλικά αγαθά που συνεπάγονταν η θέση του, όλα τα βίτσια της αλλοτριωμένης του ψυχής –μεταξύ μας τώρα, ποιας ψυχής;- θα έβρισκαν τρόπο να πραγματωθούν και κανείς δε θα ξερε αν ήταν αποτελέσματα της φτώχειας των προηγούμενων ετών, της προσπάθειας για άνοδο με κάθε μέσο ή αν ήταν απλά οι ιδιοτροπίες ενός μέλους της ελίτ, μη κατάλληλα διαμορφωμένο ακόμα. Αυτό ήταν όμως! Η ιστορία τέλειωσε για αυτόν.

Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο χώρο υποδοχής, κάπως βιαστικά πήγε να περάσει στην αίθουσα των δεξιώσεων μα σα κάτι να θυμήθηκε έκανε λίγα βήματα πίσω και  απότομα σταμάτησε. Ήθελε όλα να γίνουν σωστά και τυπικά, όπως συμβαίνει πάντα στις μαζοχιστικές τελετές των κεφαλαιοκρατών. Τα κύτταρα του εγκεφάλου του, έστειλαν μήνυμα στα χέρια του να ανυψωθούν, αυτά έπιασαν με λίγο περισσότερη δύναμη απ’ ότι ήταν αναγκαία το χλωμό,ματοβαμμένο με λίγο επιθανάτιο εμετό πρόσωπο που τον στόλιζε, τελευταίο δείγμα της καταγωγής του από τις λαϊκές τάξεις και με ένα ισχνό «παφ» που μόλις ακούστηκε το πρόσφερε στην καμαριέρα.

«Κρατήστε το κεφάλι μου, θα το πάρω στην έξοδο» είπε το καπέλο
«Βεβαίως κύριε» απάντησε πρόθυμα η νοστιμούλα υπάλληλος εισπράττοντας το γενναιόδωρο φιλοδώρημα του νέου μέλους της αστικής τάξης και βάζοντας το κομμένο κεφάλι στη θέση 91.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Εκτελώντας το καθήκον

Εκτελώντας το καθήκον

Η στρατηγική του αιφνιδιασμού
φέρνει ανέλπιστα κοντά τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Στρατιώτες
κλαίνε κοιτώντας ξεθωριασμένες φωτογραφίες,
θαυμάζοντας είτε κάποια απαλά χείλια
είτε το ένδοξο μέλλον.
Περιστασιακά υποπίπτουν σε μικρές ατασθαλίες
αλλά μην τους σουφρώνεται τα μούτρα,
είναι καλά παιδιά,
το ίδιο κομμάτι ψωμί μοιράστηκαν,
την ίδια πουτάνα πήδαγαν το προηγούμενο βράδυ.
Και εγώ;          
Λιποτάκτης;
μπα, εγώ πήγα με τον έρωτα,
έτσι είπα δηλαδή για να χαστουκίσω τις ενοχές
-βέβαια τα χαστούκια σπάνια σκοτώνουν χωρίς μεγάλο κόπο-
τα συμπεράσματα δικά σας,
φταίει που εκτιμώ την ετερότητα…

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Μια στιγμή κοινωνικής ανέλιξης





Μια στιγμή κοινωνικής ανέλιξης

Κάθε μου ολόκληρος αριθμός
θα είναι λίγα κλάσματα μεγαλύτερος απ’ τους δικούς τους,
λίγα κλάματα στεγνότερος.

θα ναι λίγα εκατοστά πιο κοντά στην ασφυξία
λίγα γραμμάρια προς την παρανομία
και θα απέχει τόσο πολύ απ’ την εφηβεία.

Κάθε μου λέξη
θα ναι λίγα γράμματα πιο κάτω απ’ την ευγένεια
λίγα περισσότερα πιο πάνω απ’ την αγένεια.

Θα είναι  μακριά απ’ την κουλτούρα
θα ζει μονάχα με σαβούρα
και θα παλεύει να πατσίσει τη χασούρα.

Κάθε μου ύπαρξη
θα ναι ένας ολόκληρος αριθμός με νόημα για μένα
θα ναι μια λέξη χωρίς νόημα για σένα.

Κάθε μου θάνατος,
Κάθε μου θάνατος δε θα ναι τίποτα,σωστά;
Η αμφιβολία κατέστρεψε το ποίημα μου ξανά...